Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Περπατητής Άνεμος





Εισαγωγή

 Ο Περπατητής Άνεμος γράφτηκε σε κάτι λιγότερο από 6 μήνες. Είναι η 2η μου απόπειρα συγγραφής ιστορίας κι ουσιαστικά είναι κάτι σαν μία συνέχεια του πρώτου μυθιστορήματος “Ο Κόσμος του Ανθρώπου”. Με λένε Παύλο Μπέκα ή αλλιώς vlospa kasbe κι ότι διάβασες ήταν η εισαγωγή. Καλή ανάγνωση.


Περπατητής


 Το όνομα μου? Περπατητής Άνεμος. Όνομα και πράμα. Περιφέρομαι συνέχεια από τόπο σε τόπο. Κι οι τόποι? Χωρισμένοι σε αρετές. Εδώ η Εγκράτεια, αλλού η Τιμιότητα, εκεί ο Ζήλος και παραπέρα κι άλλοι τόποι, κι άλλες "αρετές". Συμφώνησαν οι αφεντάδες των τόπων πως βαρέθηκαν να διαφωνούνε είτε πολιτικά, είτε θρησκευτικά και πλέον θα αντιπροσωπεύει ο κάθε τόπος την αρετή που αναβλύζει ο λαός του. Ανέβλυσε μεγάλη σοφία από τούτη τους την επιλογή. Τόση που τους έπνιξε όλους.

 Ο κάθε τόπος μόνος κι αποκομμένος απ'τους άλλους. Ερημιά μεταξύ τους. Άλλος στη γη, άλλος από κάτω ή στον πάτο της θάλασσας και στα πιό ψηλά σύννεφα! Έτσι συμφώνησαν όμως κι έτσι και έγινε. Και επελέγες τον τόπο σου και της ζωής τον τρόπο σου. Κι έτσι όσοι γεννήθηκαν ύστερα, μα κι όσοι ήδη ήταν ανήξεροι, έτσι, κατ'αυτόν τον τρόπο έμαθαν τη ζωή. Έτσι τους την παρουσίασαν, έτσι την γνώρισαν, έτσι έπλαθαν όνειρα, φόβους κι αυταπάτες. Η γη είναι όση κι αυτή που γνωρίζουμε.

 Κι ο καθένας ζύγισε τις αρετές του στη ζυγαριά των τόπων και ταξίδεψε ή έμεινε στον τόπο που ήταν γραφτό να ζήσει και να πεθάνει, τάχα. Μα είχαμε γνωρίσει όλες τις αρετές ή όλους τους τόπους? Εγώ ήμουν στη θάλασσα κι έψαχνα νέους, που δεν είναι σημειωμένοι στον χάρτη. Αλλά η ύπουλη θάλασσα με έστειλε σε ένα τόπο άγνωστο. Άγνωστο να πας, άγνωστο και να φύγεις. Επέζησα όλες του τις εποχές, κράτησα το νου μου στο κεφάλι μου κι όχι απ'έξω. Δεν έκλεισα τα μάτια μου ή τ'αυτιά μου στα νέα θεάματα και τους ήχους αυτού του άγνωστου ακόμα τόπου. Δεν απαρνήθηκα καμία περιέργεια μου για τους καρπούς αυτού του τόπου, ενέδωσα σε κάθε στοίχημα με το προκλητικό άγνωστο.

 Μέχρι που χειμώνα βρήκα τον δρόμο πίσω. Δεν ήταν ο δρόμος για πίσω και το ήξερα, όπως και ήξερα πως θα βρεθώ πίσω, κάποια στιγμή. Και βρέθηκα πίσω. Όχι στον τόπο μου, γιατί και τον τόπο μου δε τον ήξερα τόσο καλά απ'ότι αποδείχτηκε! Βρέθηκα πίσω, σαν να γύρισα χρόνια πίσω σε κάποια ιστορία αρχαίων χρόνων. Οι άνθρωποι έκλεισαν την πόρτα στη γνώση, τη δοκιμή του νέου και του άγνωστου. Τα είχαν μάθε όλα, τάχα. Και πλέον η ώρα της θεωρίας είχε περάσει. Είχε φθάσει η ώρα της εφαρμογής, της πράξης. Και πράξαν όλοι μαζί. Σαν αριθμητική ακολουθία. Με χαρά μυρμηγκιού που ο παρατηρητής δε διακρίνει, μα το άλλο μυρμήγκι δε μπορεί να σταματήσει να κοιτά..

 Κι ο τόπος μου? Ο Τόπος της Εγκράτειας. Οι φρουροί της Εγκράτειας στην είσοδο της πόλης με σταματάνε πριν διαβώ την πύλη.


Ο Τόπος της Εγκράτειας


-Ποιός είσαι ταξιδιώτη?
-Είμαι ο Περπατητής Άνεμος.
-Καλώς όρισες Περπατητή Άνεμε. Τι σε φέρνει στον τόπο μας, σκέπτεσαι να μείνεις?
-Σε αυτή τη γη γεννήθηκα, σε τούτο το χώμα μετρώ βήματα μέχρι το σπίτι μου. Ήμουν στις θάλασσες, μα επέστρεψα ή μάλλον ήρθα, πάλι, εδώ για λίγο.
-Πέρνα, Περπατητή Άνεμε, πήγαινε στο σπίτι σου και ξεκουράσου. Νιώσε τη θαλπωρή του πατρικού σου σπιτιού μα και του τόπου μας αυτού.

 Πήρα το δρόμο σπίτι και συνάντησα πολλούς μου γνωστούς, φίλους μα κι εχθρούς. Όλοι μίλησαν για εγκράτεια και πως η εγκράτεια μου με έφερε πίσω στον τόπο μου, τάχα. Ήμουν πολύ βιαστικός για να τους διαφωνήσω κι απ'ότι είδα καλά έκανα. Το σπίτι ήταν απών. Η μητέρα μου όμως ήταν μέσα και μαζί της κάτι παράξενοι παραλογισμοί να της κάνουν παρέα στο τζάκι.

-Πολυαγαπημένε μου! Επέστρεψες? Επέστρεψες σε μένα και στον τόπο σου?
-Χάθηκα μητέρα, πήγα όπου με πήγαν τα νερά τα ορμητικά. Βρήκα έναν νέο τόπο, ένα σωρό νέα πράγματα και γνώσεις. Βρήκα και τον τρόπο να βρω τον γυρισμό μα τι βρίσκω εδώ? Που είναι ο πατέρας μου ο άντρας σου και τι λέτε όλοι για εγκράτεια?
-Ο πατέρας σου είναι Τίμιος κι έφυγε για τον Τόπο της Τιμιότητας. Το βρήκε τίμιο. Εσύ όμως τι μου λες? Κατάφερες επέζησες και εγύρισες.
-Αντίο μητέρα. Θα αργήσω να σε δω πάλι. Πάω να δω και τον πατέρα. Θα σου πω κάτι μητέρα και κράτα το σαν ό,τι πιο πολύτιμο σου έδωσε ο υιός σου. Αν αγαπούσα τη ζωή κατά τον τρόπο που φαντάζεσαι εσύ μητέρα δε θα ταξίδευα για ένα ταξίδι να γνωρίσω τη ζωή με όποιους κινδύνους κι αν έχει. Θα καθόμουν όσο πιο σφιχτά μπορούσα στο σπίτι.
-Φύγε υιέ μου να πάρεις λίγο αέρα κι εσύ και τα μυαλά σου. Εγώ μόλις ζαλίστηκα. Αποφάσισε τι θέλεις να κάνεις και εσύ κράτα πως ό,τι κι αν είναι αυτό που θα κάνεις εγώ θα το δεχτώ γιατί υιός μου είσαι.

 Όπως ήρθα έφυγα, ούτε φαϊ, νερό, ούτε ύπνος, ούτε καθαρό νερό στο ταλαιπωρημένο σώμα μου. Καλύτερα η αλμύρα της ειλικρινής θάλασσας παρά το πιπέρι της απάτης αυτού του τόπου. Και προς την πύλη, στην πλατεία, ένα βήμα κι ο αφέντης του τόπου κηρύττει περί εγκράτειας. Οι φρουροί τον είχαν ενημερώσει για την προ ολίγου είσοδο μου στην πόλη κι ο αφεντάς με φώναξε προς την πλατεία παρουσιάζοντας με στους σκιάχτρους ακροατές σαν το νέο απόκτημα αγάπης του τόπου.

-Καλώς ήλθες αγαπητέ Περπατητή Άνεμε στον τόπο μας τον Τόπο της Εγκράτειας. Ελπίζω να βρεις εδώ όσα θες να βρεις στη ζωή σου, εδώ.
-Καλώς σε χαιρετώ και σε αποχαιρετώ, αγαπητέ μου.
-Θες να μου πεις πως δε θα βρεις στον τόπο αυτό όσα θες να βρεις στη ζωή και θα μας αποχαιρετήσεις? θα αποχαιρετήσεις την Εγκράτεια?
-Θέλω να σου πω πως ακριβώς επειδή δεν υπάρχει κάτι που να ψάχνω στη ζωή σας, αποχαιρετώ αυτόν τον τόπο. Ο κόσμος άλλαξε και θέλω να τον γνωρίσω πάλι.
-Φρουροί ανοίχτε γρήγορα να φύγει περπατώντας αυτός ο μισητός Άνεμος απ'την Εγκράτεια της ζωής!
-Χαρακτηριστικό του τόπου αφεντά. Με μίσησαν στον τόπο της Εγκράτειας, επειδή δεν αρκέστηκα στη ζωή τους. Δε θέλω κάτι παραπάνω απ'τη γνώση τούτου του κόσμου. Δε θέλω να κατακτήσω κάτι. Αυτή είναι η διαφορά μας αφεντά. Εσείς υλοποιήσατε την εγκράτεια και θεωρείτε πως την κατακτήσατε. Έτσι ένας τόπος γίνεται εμπόρεμα...


Η πρώτη ερημιά

 Έτσι συνέχισα το ταξίδι μου. Στο νέο άγνωστο... Δεν έχω χάρτη. Ούτε σαφή προορισμό. Δεν ανησυχώ. Όποιος έχει χαθεί βρίσκει ή δρόμο ή τρόπο. Περπατώ 2 μέρες, νηστικός ακόμα, στην ερημιά. Πέρα απ'τον αέρα και το καθαρό οξυγόνο, με τον ήλιο και τη δίψα νοσταλγώ κάθε τρικυμία που πήγε να με πνίξει, κάθε μέρα που δεν έβλεπα ήλιο. Κι εκεί ερημιά θα μου πεις κι εδώ ερημιά. Έχω μιά έρημο να ανακαλύψω και την περπατώ. Περπατάω άλλη μία μέρα ακόμα στον ήλιο χωρίς νερό φαγητό κι από την κούραση του προηγούμενου ταξιδιού. Ώσπου κάποια στιγμή κλείνουν τα μάτια μου και μετά μιά θολούρα. Ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μέσα σε μία άμαξα.

-Μην ανασηκώνεσαι, ξεκουράσου. Ορίστε, πιές λίγο νερό, αργά αργά όμως..
-Ευχαριστώ.
-Σε βρήκαμε λιπόθυμο καθώς περνούσαμε με το καραβάνι μας και σε πήραμε μαζί μας.
(έχοντας πιεί το νερό)
-Και πάλι ευχαριστώ..
-Μετανάστευες? Τέτοια εποχή και μόνος χωρίς προμήθειες?
-Ναι, έτσι ακριβώς, ήμουν λίγο βιαστικός.
-Εμείς είμαστε από τον Τόπο της Επιείκειας και σε πήραμε μαζί μας από'κει που ε βρήκαμε γιατί είμαστε επιεικής μαζί σου, ακόμα κι ας μη ξέρουμε τίποτα για σένα. Κατευθυνόμαστε προς τον Τόπο της Επιείκειας, αν δεν έχεις πρόβλημα ή άλλο προορισμό έλα να μείνεις στον τόπο μας.
-Δεν έχω προορισμό και σκόπευα να πάω όπου πάει το καραβάνι αυτό.
-Θαυμάσια! Πως σε λένε?
-Με λένε Περπατητή Άνεμο.

 Γνωρίζοντας και τις 2 νεαρές ζήτησα να μου πουν λίγα για τον τόπο τους και πως και ήταν και το καραβάνι εκείνη τη μέρα στην ερημιά και παρατηρούσα την άμμο της ερημιάς καθώς χανόταν σαν μέσα κλεψύδρα τις 2 μέρες που ταξιδέψαμε μέχρι να φτάσουμε σε ένα τροπικό μέρος κι έναν τεράστιο καταρράκτη που θα μπορούσα να'μαι σίγουρος πως δεν γνώριζα για την ύπαρξη του.

-Περπατητή Άνεμε ελπίζω να είσαι έτοιμος για το ταξίδι για τον Τόπο της Επιείκειας.
-Νόμισα πως φθάσαμε.
-Η αλήθεια είναι πως φθάσαμε. Από εδώ μονάχα μπορούμε να πάμε στον τόπο της Εγκράτειας. Στον πάτο αυτού του τεράστιου καταρράκτη είναι μία εξίσου τεράστια σπηλιά. Εμείς θα πέσουμε στη θάλασσα του Τόπου. Στην άλλη άκρη του νησιού μας, του Τόπου της Επιείκειας βρίσκεται ο ανάποδος καταρράκτης ενός κούφιου ηφαιστείου. Σαν ένα συντριβάνι που μας βγάζει στην επιφάνεια.
-Το ταξίδι φαντάζει... φοβερή εμπειρία!

 Κάπως έτσι ξεκινήσαμε για τον Τόπο της Επιείκειας.


Ο Τόπος της Επιείκειας


Ο καταρράκτης από ένα σημείο και μετά, στην ελεύθερη μας πτώση, είχε νερό μόνο στα πόδια μας, στις πατούσες, σαν χαλάκι. Όταν προσγειωθήκαμε στο νερό, φυσικά και πέσαμε μέσα. Αναδυθήκαμε στην επιφάνεια και κολυμπήσαμε λίγο μέχρι την ακτή. Εκεί μας περίμενε μία επιτροπή υποδοχής με πετσέτες και στεγνά ρούχα. Ένας νεαρός καθώς έδινε ρούχα είπε :

-Είμαστε επιεικής, τόσες μέρες ταξίδι και τώρα βρεγμένοι, είστε που είστε κουρασμένοι βάλτε γρήγορα μιά στεγνή αλλαξιά να μη κρυώσετε. Και ύστερα ελάτε να πάμε στον αφέντη να δείτε πόσο επιεικής είναι κι αυτός. Κι εσύ νέε μας φίλε πως ονομάζεσαι και πως και ήλθες τέτοια εποχή στον τόπο μας?
-Το όνομα μου είναι Περπατητής Άνεμος, έρχομαι να γνωρίσω τον τόπο σας.
-Θαυμάσια! Έλα Περπατητή Άνεμε να σε γνωρίσουμε στον αφέντη του Τόπου της Επιείκειας, να μιλήσεις μαζί του και ύστερα να βρεις μία οικία για εσένα.
-Είναι πολύ ώρα δρόμος μέχρι τον αφεντά αυτού του τόπου φίλτατε?
-Όχι Περπατητή Άνεμε δυό βήματα δρόμος! Φρονώ πως ήδη έχεις μείνει έκπληκτος από τούτον τον τόπο και τον λαό αυτού του τόπου. Ανυπομονείς να γνωρίσεις τον τόπο και την επιείκεια του αφέντη αυτού του τόπου μας, εδώ.

 Ο νεαρός συνέχισε να μιλάει σαν να γνωρίζει πολλά ακόμα πράματα, πέρα απ'τα όσα δεν είπε κι υποθέτει, σαν να ξέρει τι δε ξέρει και πως να το μάθει. Στο μυαλό μου πάλευα να αποφασίσω στο δίλλημα τι είναι πιό κουραστικό, η ομιλία του ή η θέα των ανθρώπων αυτού του τόπου και συμπεριφέρονται τόσο θεατρικά περί επιείκειας. Φτάνουμε προς την πλατεία όπου πάλι υπάρχει ένα βήμα, κόσμος τριγύρω και πάνω στο βήμα ο αφεντάς να ομιλεί προς το κοινό. Πιό συγκεκριμένα τον ακούω να λέει :

-Κι είναι μέρα πένθους σήμερα και το κατανοούμε όλοι. Η κυρά αυτή έχασε το παιδί της στα νερά. Και το κατανοώ βαθιά. Γονιός να θάβει παιδί του. Δε μου χρειάζεται τίποτα άλλο παρά η επιείκεια! Να φανταστώ πως θα'ναι να μπω στη θέση της. Κι είναι μέρα γιορτής σήμερα! Γιατί δε χρειάζεται να πνίξω τον γιό μου για να την καταλάβω. Και το κατανοώ βαθιά. Παλιά έπρεπε να κάμω το ίδιο, να πάθω για να μάθω κι εγώ. Μα πλέον όχι. Πλέον υπάρχει η επιείκεια και ο τόπος της.

Ο αφεντάς σταματά την ομιλία του. Έχουμε φτάσει αρκετά κοντά και μπορώ να διακρίνω πλέον καθαρά τη φιγούρα του μέσα απ'την κουκούλα. Είναι κοντούλης, σκιερός μα πολύ λευκός στο χρώμα, με μάτια πρησμένα και τόσο κλειστά που θα μπορούσες να πεις πως είναι ραμμένα κλειστά εντελώς. Φαίνεται παχουλούλης κι αν όχι σίγουρα διακρίνω μάγουλα, ένα ξερό σκασμένο δέρμα γύρω απ'την σχεδόν ανύπαρκτη μυτούλα και το τεράστιο στόμα. Το κρατά αρκετά κλειστό παρότι μιλά, σαν τα μάτια του, και φαίνεται μακρύ, ξεχειλωμένα χείλια σκασμένα και αυτά. Τελικά ο αφεντά μου προκαλεί την μεγαλύτερη κούραση, σε θέα κι ακοή.

-Κι είναι μέρα γιορτής σήμερα! Γιατί γύρισε το καραβάνι και ξέρετε τι σημαίνει αυτό για όλους μας. Μαζί με το καραβάνι όμως έχουμε κι ένα δώρο. Ξένε, θαρρώ πως δεν είσαι από τον τόπο μας. Καλώς ήλθες όμως στον Τόπο της Επιείκειας. Αυτός ο Τόπος είναι επιεικής μαζί σου όσο είσαι και εσύ ο ίδιος επιεικής μαζί του και με τους συντοπίτες σου.

-Ονομάζομαι Περπατητής Άνεμος. Επέστρεψα απ'τα ταξίδια μου για να βρω πως καλύτερα ήμουν χαμένος στην τύχη των άγριων θαλασσών. Εσύ κηρύττεις περί επιείκειας. Ποιός ο λόγος όμως? Μήπως ψάχνοντας επιείκεια για την ίδια, απαρνήθηκες τη σημασία της?
-Μα τι λες Περπατητή Άνεμε? Πως να χάσω τη σημασία της επιείκειας όταν αφιερώνω τη ζωή μου στην αναζήτηση της επιείκειας?
-Μόλις το απάντησες αφεντά αυτό. Και το κάνεις χρόνια, να απαντάς ο ίδιος αυτό το ερώτημα. Μα δε το κατανοούσες μέχρι τώρα γιατί κανείς δε σου έκανε την ερώτηση. Άμα αφιερώνεις τη ζωή σε οτιδήποτε, εκτός της ίδιας, χάνεις τη σημασία της σε αναζήτηση μιάς νέας, δικιά σου.
-Αμφιβάλω αν σε καταλαβαίνει κανένας άλλος πέρα από τον εαυτό σου και πόσο μάλλον να συμφωνεί κιόλας μαζί σου.
-Θα ήταν αδιανόητο αφεντά να συμφωνήσει κάποιος, από αυτούς που έρχονται να σε ακούσουν να ομιλείς, μαζί μου. Αυτοί κατανοούν την επιείκεια όπως κι εσύ επίσης. Όχι τον άνθρωπο και τη ζωή του. Από παλιά δεν έπρεπε, αντίθετα με όσα λες εσύ, να κάμεις το ίδιο, να πάθεις για να μάθεις. Αν το έκανες επίτηδες δε μάθαινες, πάθαινες απλά. Ενώ η κυρά, δε ζήτησε να πάθει για να μάθει. Δε το κάνει, μα ζητά κατανόηση. Κι εσύ αφεντά τι της δίνεις? Πικρό φιλί επιείκειας!
-Λύεται η συγκέντρωσις! Συμφωνώ πως διαφωνούμε Περπατητή Άνεμε και φαντάζομαι καταλαβαίνεις πως επαυξάνω να μη διαμείνεις στον Τόπο της Κατανόησης παραπάνω. Ήμουν όσο επιεικής ήταν και ο τόπος μας μαζί σου! Αλλά απαρνήθηκες την επιείκεια! Οι φρουροί  θα σε συνοδέυσουν εκτός του τόπου μας.

 Έτσι και έγινε. Οι φρουροί μου έκαναν παρέα μέχρι το δρόμο για μακριά από αυτόν τον τόπο. Δυσνόητο να κηρύττει περί επιείκειας ένας άνθρωπος που αρνείται να καταλάβει. Μαζί με τους 2 φρουρούς είχε ακολουθήσει και η νεαρή απ'το καραβάνι με σκυμμένο το κεφάλι και αμίλητη. Όταν φτάσαμε σε ένα σημείο οι φρουροί σταμάτησαν.

-Από εδώ θα συνεχίσεις μόνος. Σου είπαν με ποιόν τρόπο φεύγεις. Αυτή η σπηλιά είναι η είσοδος για το κούφιο ηφαίστειο.

 Η νεαρή τότε πλησιάζει σηκώνει το κεφάλι και με κοιτά κατάματα με ένα ύφος απορίας μα και σα να ήλπιζε κάτι. Μου δίνει ένα σακίδιο, ελαφρύ, κι ένα μεγάλο παγούρι νερό, αυτό που χρησιμοποιούσε στα ταξίδια της με το καραβάνι.

-Σ'ευχαρι...

 Η νεαρή κοπέλα έχει ήδη προσπεράσει τους φρουρούς με το γοργό της βήμα, το κεφάλι είναι και πάλι όπως όταν φτάσαμε. Δε σκύβει. Κρίμα. Απλώς ήθελα να της εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Ωστόσο εύχομαι να'ναι καλά. Κοιτάζοντας το σακίδιο βρίσκω μέσα, έκπληκτος, ένα χάρτη των τόπων, μία πυξίδα, μερικές προμήθειες φαγητό, ένα σουγιά κι άλλα πραματάκια μεταξύ των οποίων ένα κομμάτι χαρτί. Φτάνω στην είσοδο και το μαζεύω πάλι μη βραχεί να το διαβάσω στην επιφάνεια. Μπροστά μου μία λίμνη και ακριβώς ένα βήμα πάνω της στο σημείο που είναι πιό ψηλό απ'την επιφάνεια. Πατάω εκεί και το νερό αρχίζει αργά, αργά να σηκώνεται σαν συντριβάνι σε αργή κίνηση. Παράξενο νερό. Όσο ανεβαίνω με την αίσθηση πως αιωρούμαι συνειδητοποιώ την απόσταση μου με τον Τόπο της Επιείκειας και με διακατέχει μία μικρή αίσθηση χαράς που φεύγω. Κάποια στιγμή αργώ να συνεχίσω να ανεβαίνω, παρατηρώ μία μικρή τρυπούλα όπου ίσα-ίσα διακρίνεται η έξοδος του Τόπου της Επιείκειας. Είναι 3 φιγούρες που περπατούν προς την πύλη μα η μία σταμάτησε να περπατά. Το νερό συνεχίσει απότομα και σαφώς γρηγορότερα πλέον όμως να ανεβαίνει και σε ούτε 10 δευτερόλεπτα έχω εκτοξευτεί στην επιφάνεια. Είμαι πάλι πίσω. Η ερημιά φαίνεται κοντά μα θα ξαποστάσω σε μιά σκιά που'ναι κοντά πριν συνεχίσω το ταξίδι μου.


Ο Τόπος της Σύνεσης


 Κάθομαι. Τι ωραία αίσθηση. Ή σχετικά απαίσιες οι αισθήσεις μέχρι τώρα. Ψαχουλεύοντας το σακίδιο να βρω το γράμμα πίνω λίγο νερό, τρώω ελάχιστα και το διαβάζω.

"Ελπίζω να βρεις όσα σου παρέδωσα χρήσιμα γι'αυτό που είπες να κάνεις. Είναι όσα ξέρω πως είναι χρήσιμα για ταξίδι, ή τουλάχιστον για το δικό μας με το καραβάνι. Με την ελπίδα να έχω νέα σου. Μικρή Φλόγα"

 Παρακάτω έχει οδηγίες πως να πάω στον πιό κοντινό τόπο. Τον Τόπο της Σύνεσης. Τις ακολουθώ. Μία μέρα ταξίδι κι είμαι στον νέο τόπο αυτό. Πάλι οι σκέψεις για παρέα. Μα πως γίνεται να μιλάει περί επιείκειας ένας απερίσκεπτος? Πως γίνεται να τον ακούνε? Δε σκέπτονται και εκείνοι προφανώς... Αργότερα, καθώς φτάνω στην πύλη συναντώ, πάλι, 2 φρουρούς.

-Ξένε, πως και ταξιδεύεις τέτοια εποχή και τέτοια μέρα? Καλώς όρισες στον τόπο της Σύνεσης. Περπάτα μαζί μου στην πόλη μέχρι να βρούμε τον αφέντη. Το όνομα σου?
-Το όνομα μου είναι Περπατητής Άνεμος.
-Καλώς μας ήρθες Περπατητή, πιστεύω ο άνεμος της Σύνεσης σε έφερε σε τούτο τον τόπο.
-Μόνος μου ήρθα φίλε μου. Δικιά μου απόφαση, δικό μου ταξίδι.
-Πως και μεταναστεύεις τέτοια εποχή, τόσο αργά? Άλλαξες αρετή?
-Όταν χώρισαν τους τόπους σε αρετές οι αφεντάδες, εγώ ήμουν στη θάλασσα.
-Καταλαβαίνω, όλα αυτά θα σου φαίνονται περίεργα. Αλλά μην ανησυχείς, δεν είναι και πολλά ακόμα να μάθεις. Στο τόπο της Σύνεσης αρκούμαστε σε όσα έχουμε. Σε όσα ξέρουμε.

 Η ανιαρή πολυλογία του φρουρού συνεχίστηκε μέχρι να βρούμε τον αφέντη του τόπου, παραδόξως, να μη βγάζει λόγο σε βήμα σε κάποια πλατεία, αλλά, να κάθεται σε ένα παγκάκι μαζί με μία γυναίκα.

-Καλησπέρα σας. Τι σε φέρνει εδώ ταξιδιώτη?
-Καλησπέρα αφεντά αυτού του τόπου. Ο ίδιος επέλεξα να με φέρω σε τούτο τον τόπο.
-Αργοπορημένος μετανάστης λοιπόν.
-Ταξιδιώτης αφέντη του τόπου, όχι μετανάστης. Αν και ναι, αργοπορημένος όντως.
-Δε σε καταλαβαίνω. Μοναχικέ ταξιδιώτη ποιό είναι το όνομα σου?
(Πετάγεται ο φρουρός και με παρουσιάζει στον αφεντά του Τόπου της Σύνεσης)
-Είναι ο Περπατητής Άνεμος αφέντη μου.
-Σ'ευχαριστώ παιδί μου. Κι εσύ Περπατητή Άνεμε, αν δεν είσαι εδώ στο ταξίδι σου για αναζήτηση της αρετής της σύνεσης τότε γιατί βρίσκεσαι εδώ?
-Το ταξίδι αφεντά έχει σκοπό την ανακάλυψη. Άρα η ανακάλυψη δεν είναι αναζήτηση? Κι αν δε ταξιδεύω, τι αναζητώ τότε, μου λες? Ταξίδευα και πριν να ανακαλύψω αυτόν τον κόσμο που νόμιζα πως ήξερα. Κι επέστρεψα σε έναν κόσμο που δε γνώριζα. Για να τον γνωρίσω λοιπόν, τι άλλο να κάνω απ'το να τον ταξιδέψω?
-Ακούγεσαι αντιφατικός! Αυτό το ταξίδι που περιγράφεις δεν δείχνει να αποσκοπεί αλλού παρά μόνο στην απληστία! Απληστία δε θα βρεις εδώ. Κι αν θες να ψάξεις κι άλλο καλό σου ψάξιμο Περπατητή Άνεμε. Δεν είσαι όμως ευπρόσδεκτος εδώ μόλις δύσει ο ήλιος και μετά. Να πας να κατακτήσεις τον υπόλοιπο κόσμο και την γνώση του!

 Δεν βρήκα λόγο να συνεχίσω την κουβέντα. Η απάντηση μου απλά θα τον διαπερνούσε λες κι είναι αόρατος, φάντασμα. Τα φαντάσματα είναι ξεχασμένοι νεκροί πιά άνθρωποι, ένας που'χει ξεχάσει να ζει τι είναι?

Ο φρουρός που με έφερε, έχει μείνει μαζί μου, με ακολουθά και με ρωτά
-Περπατητή Άνεμε, τι ήθελες να πεις με τα λόγια σου αυτά?
-Δε θέλεις να πεις πως ίσως ο αφεντάς έχει δίκιο?
-Όχι, απλά..
-Πες το μου, τι έχεις να φοβηθείς και τι να χάσεις από αυτό? Εγώ το βράδυ δε θα'μαι πια εδώ.
-Είναι ώρες.. που.. δε μπορώ.. δε.. δε μου αρέσει.. Δε θέλω. Είναι ώρες που δε θέλω να'μαι εδώ.. Είναι στιγμές που θέλω.. απλά. Να πάω αλλού να δω άλλους ανθρώπους...
-Αυτό δεν είναι ερώτηση. Μα αν με ρώταγε ένας και μου έλεγε ό,τι μου είπες, θα του έλεγα πως καλά κάνει και σκέφτεται και αισθάνεται κάποιες στιγμές έτσι. Αν η ζωή είναι ένα βιβλίο τότε μένοντας για πάντα στον τόπο σου είναι σαν να διάβασες μόνο μιά σελίδα απ'το βιβλίο της ζωής. Ζημιά τέτοια σαν αυτή που κάνει η αναζήτηση μιάς ζωής αποφυγής αναζητήσεων. Ακόμα και να το μετανιώσεις στο τέλος, πρέπει για αρχή να το δοκιμάσεις αν θες να το κρίνεις σοφά.
-Δηλαδή, αλήθεια? Θες να μου πεις ότι..
-Ναι, συνέχισε να θες κι όταν θα σου δοθεί η ευκαιρία άκου καλά τον εαυτό σου. Μέχρι τότε κράτα το όμως για τον εαυτό σου.
-Σ'ευχαριστώ.. Ειλικρινά σε ευχαριστώ! Νόμιζα πως τρελενόμουν.. Πρέπει να το'χα ανάγκη να το ακούσω αυτό, ακόμα κι από κάποιον που οι άλλοι θα πουν τρελό, μα εγώ όχι. Σε παρακαλώ επέτρεψε μου να σου εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Ό,τι έξοδα χρειαστείς για τη συνέχεια του ταξιδιού σου.

 Δέχτηκα ό,τι ήθελε να μου προσφέρει ο όχι πλέον ανασφαλής με τον εαυτό του και την κρίση του νεαρός φρουρός και μου κράτησε παρέα. Πλέον καλή παρέα κι όχι ανιαρή. Προφανώς στην αρχή ήταν ακόμα ανασφαλής και με το να εκφραστεί έτσι όπως πιστεύει κι όχι έτσι όπως του έχουν πει να παρουσιάζει τον τόπο αυτό. Ο Τόπος της Σύνεσης... Ο Τόπος της Άρνησης! Καλύτερα στην ερημιά, που είναι σκληρή μα ειλικρινής απέναντί σου παρά στο μοναχικό πλήθος που'ναι ψεύτικο. Λίγο πριν φθάσουμε την πύλη ο φρουρός μου λέει πως να πάω στον κοντινότερο τόπο. Τον Τόπο της Ταπεινότητας.


Οι Αν-άρετοι

Στο δρόμο έξω απ'την πόλη είναι ένας γεράκος με 2 καμήλες. Η μία φορτωμένη με εκείνον κι η άλλη με κάτι εμπορέματα.

-Που πας νέε μου και ταξιδεύεις μόνος τέτοια εποχή και τέτοια ώρα της νύχτας?
-Εσύ μεγαλύτερε μου σε ηλικία? Ταξιδεύω να πάω στον Τόπο της Ταπεινότητας.
-Έχουμε λίγο δρόμο μαζί αλλά θα σου ζητήσω αν δεν είσαι σε βιασύνη να ανέβεις στην καμήλα και να ταξιδέψεις μαζί μου να με βοηθήσεις να ξεφορτώσω. Κι απο'κει είσαι μισή μέρα μέχρι την είσοδο για τον Τόπο της Ταπείνωσης.
-Κοιτάζοντας την καμήλα δε θα αρνηθώ την πρόταση σου. Το να σε βοηθήσω δε μου σημαίνει κάτι, γι'αυτό και θα το κάμω, μα η συντροφιά σου και της καμήλας που μου προσφέρεις είναι που δε θέλω να αρνηθώ απ'τον εαυτό μου.
-Μη με κουράζεις με παράξενα λόγια ώρα που είναι κι έχουμε δρόμο! Ανέβα απάνου και πες στης "Σήκου να φύγουμε"!

 Η εκπαιδευμένη η μάλλον συνηθισμένη καμήλα έκανε όπως είπε ο γέροντας ύστερα απ'όταν της το'πα και το ταξίδι μας ξεκίνησε.

-Πάμε στο Εμπορικό Τρίγωνο ν'ανταλλάξω αγαθά αυτού του τόπου με αγαθά απ'τους άλλους τόπους. 4 Τόποι συναντιόμαστε εκεί. Επιείκεια, Σύνεση, Ζήλος και Ταπεινότητα.
-Εσύ γέροντα που μένεις? Εδώ?
-Πριν σου απαντήσω πες μου για σένα.
-Εγώ ταξιδιώτης είμαι, δε μένω πουθενά συγκεκριμένα. Έμενα στον Τόπο της Εγκράτειας, πριν ονομαστεί έτσι, αλλά, έλειπα γέροντα όταν αλλάξαν όλα. Ήμουν στη θάλασσα.
-Μάλιστα..Όχι, εδώ μένουν η γυναίκα μου και το ανάπηρο παιδί μου. Εγώ μένω στον τόπο του Ζήλου.
-Πως κι έτσι αν μου επιτρέπεις κιόλας την ερώτηση?
-Αχ νέε μου... Όταν μας επέβαλαν να διαλέξουμε μία αρετή και να ζήσουμε ανάλογα με αυτή είχαμε σπίτι εκεί που'ναι τώρα ο Τόπος της Ταπεινότητας κι εγώ ταξίδευα να ανταλλάξω αγαθά αφού και πριν έμπορας ήμουν. Και σαν γύρισα μου'πε η γυναίκα "Άντρα μου θα φύγουμε από εδώ. Θα πάμε να ζήσουμε στον Τόπο της Σύνεσης. Εμείς είμαστε μαζί. Και δε μπορούμε να αφήσουμε το παιδί μας μόνο του."
-Σκληρά λόγια και βιαστικά, μα γεμάτα μητρική αγάπη...
-Αυτό δε μπορούσα να μη το δω, δεν έχεις άδικο, πως σε λένε?
-Περπατητή Άνεμο με λένε γέροντα.
-Ξέρεις όμως Περπατητή? Στον Τόπο του Ζήλου που σεβάστηκα την επιθυμία και επιλογή της γυναίκας μου δεν είχα την ελευθερία να πάρω την ίδια απόφαση. Γιατί ούτε ελευθερία είχα, ούτε η ίδια απόφαση ήταν. Η γυναίκα μου πήρε μόνη της μία απόφαση, αυτήν την απόφαση. Και το σέβομαι κι ας μου στέρησε την ελευθερία απόφασης. Αλλά εγώ ψάρια, το εμπόρευμα μου, μόνο απο'δω πιάνω, εδώ τα πουλάω. Κι έστω πάμε εκεί, με τι λεφτά ζούμε?
-Δε σε αδικώ και πάλι γέροντα. Εκεί όπου τα λόγια δε πιάνουν τόπο συνήθως οι σκληρές πράξεις κι αποφάσεις φέρνουν αυτό που αποζητάς να πεις.

Ο γέροντας δεν απαντά, αντίθετα έχει το νου του μη βγούμε απ'το μονοπάτι. Λίγες ώρες ακόμα η παρέα του με συζήτηση και απλά σαν ύπαρξη, όπως και της ήσυχης καμήλας, είναι υπέροχες στιγμές. Στιγμές που υπήρχαν και πριν. Στιγμές που ο κόσμος μάλλον καταπιέζει μέσα όλο και πιό πολύ μέχρι να γίνει σαν μια φλούδα. Από ένα ξεχασμένο φρούτο!

-Φτάνουμε! Το'χα ξεχάσει, αλλά, κοίτα να δεις που απόψε είναι η ώρα! Τους βλέπεις αυτούς με τα μαύρα?

Είναι δέκα με δώδεκα άτομα μαυροφορεμένοι καλυμμένα πρόσωπα με κουκούλες και βήμα αργό, δε θα το έλεγα χαλαρό, μα αργό.

-Αυτοί οι Αν-άρετοι. Δε καταστάλαξαν σε καμία αρετή κανέναν τόπο. Τριγυρίζουν έξω απ'τους τόπους συνεχώς όμως. Όχι μέσα, απ'έξω μόνο. 12 άτομα είναι. Δε τους έχω μιλήσει ούτε τους έχω ακούσει ποτέ μου, μα λένε πως ρωτάνε όποιον δούνε σε ποιό Τόπο μένει και γιατί επέλεξε μονάχα έναν τόπο και πόσο μάλλον όποιον τους πουν. Όσοι δε τους συμπαθούν κι ειδικά οι αφεντάδες τους αποκαλούν 12 πιθήκους. Αλλά κι αυτό μεταξύ τους, ούτε να μιλάνε δε θέλουνε για τους Αν-άρετους.
-Γέροντα παράξενοι αυτοί οι άνθρωποι, δε συμφωνείς? Μιά όμορφη παραξενιά λες από μακριά. Και πιστεύω από κοντά θα'ναι ακόμα πιό παράξενη ομορφιά! Έλα να σε βοηθήσω με τα εμπορέματα γέροντα γιατί θέλω να τους συναντήσω και να τους μιλήσω ο ίδιος από κοντά! Κι όσων αφορά τη βοήθεια, δε χρειάζεται να με ευχαριστήσεις. Ίσως το κάμω εγώ γιατί η παρέα σου άξιζε πολύ περισσότερη βοήθεια απ'όση σου δώσω.
-Να'σαι καλά νέε μου, καλή συνέχεια στο ταξίδι σου!

 Έτσι αποχαιρετήθηκα με τον συμπαθητικό γέροντα, τις αμίλητες καμήλες και τη συντροφιά τους. Η δωδεκάδα ήταν κοντά. Καθώς έκανα να πλησιάσω με πλησιάσανε αυτοί, ένας πιό μπροστά απ'όλους.

-Καλησπέρα ξένε. Αν θέλεις πες μας ποιά αρετή σε χαρακτηρίζει?
-Καλησπέρα και σε εσένα. Επέτρεψε μου να απαντήσω με ερώτηση στην ερώτηση σου, μέχρι να δώσω απάντηση. Ποιές αρετές λες, τις γνωστές ή μήπως ακόμα κι όσες δε γνωρίζουμε ακόμα?

 Ο Αν-άρετος μένει άφωνος και απαντά, αλλά, κι εκείνος με ερώτηση.

-Ξένε, σε ποιό τόπο διαμένεις?
-Πως λέγεσαι Αν-άρετε γιατί αμφιβάλω για τη βαρύτητα της λέξης που σου κόλλησαν! Εγώ λέγομαι Περπατητής Άνεμος και δε διαμένω πουθενά. Ήμουν ταξιδιώτης, όταν επέστρεψα όλα είχαν αλλάξει κι αποφάσισα να ταξιδέψω ξανά για να γνωρίσω πάλι τον κόσμο, αυτόν, που άλλαξε.

 Οι 12, έτσι θα τους λέω. Οι 12 μαζεύονται συζητάνε σύντομα κάτι κι έρχεται πάλι ο ένας και μου προτείνει να πάμε να κάτσουμε να κατασκηνώσουμε μαζί απόψε. Πράγμα που ήθελα να γίνει για να μιλήσω με τους 12. Κι οι 13 γύρω απ'τη φωτιά μες τη κρύα νύχτα. Συνομιλώ κυρίως με αυτόν που μιλούσα και νωρίτερα.

-Εσείς πως και δε κατασταλάξατε σε έναν τόπο?
-Το γεγονός ότι εσύ έψαχνες νέους τόπους, το απαντά αυτό. Όπως κι οι υπόλοιποι, δε μπορούσα να επιλέξω κάποιο τόπο. Αν επιλέγαμε έναν τόπο, αποδεχόμασταν μία αρετή, έναν τόπο, δηλαδή ξέρουμε όλες τις αρετές, όπως είπες, κι όλους τους τόπους, αποδεχόμαστε μία αρετή,παραμερίζοντας όλες τις άλλες. Ήταν πολλά που δε μπορούσα να δεχτώ. Το όνομα μου είναι Μαύρος Ήλιος.
-Μαύρος Ήλιος! Σαν ένα λουλούδι που τη σωστή εποχή θα ανθίσει, το πρώτο λουλούδι που θα ανθίσει, ένα μπουμπούκι που βρήκε ο εξερευνητής! Ένας Ήλιος που περιμένει να λάμψει και να δώσει το φως του. Θαυμάσια φίλε μου! Συνεχίστε το ταξίδι σας όπως κι εγώ το δικό μου. Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού μας.

 Με λίγη ακόμα κουβέντα και ύπνο μας βρήκε ο πρωινός ήλιος. Ετοιμαστήκαμε για τους προορισμούς μας, αποχαιρετηθήκαμε κι ήμασταν σίγουροι πως θα ιδωθούμε πάλι.


Ο Τόπος της Ταπεινότητας


 Ξεκινώντας απ'τα χαράματα νωρίς το απόγευμα μου είπαν θα έφτανα στον Τόπο της Ταπεινότητας. Παρά τη συνάντηση και γνωριμία ελπίδας με τους 12 είμαι λίγο πολύ σίγουρος για το τι θα αντιμετωπίσω και σε αυτόν τον Τόπο. Μεσημέρι φτάνω σε μία σπηλιά τόσο κοντά στην ακτή που θα μπορούσα να την αποκαλέσω και τούνελ. Πιό κάτω ξεκινάνε σκαλιά. Παρότι δεν υπάρχει φωτισμός το ανοιχτό χρώμα του πετρώματος αντανακλά τον ήλιο απ'την είσοδο μέχρι... κάτω. Βλέπω στο βάθος. Το βάθος φαίνεται αρκετά σκαλιά κάτω. Ξεκινάω.

 Περπατάω, περπατάω και κατεβαίνω αρκετές ώρες σκαλιά. Σκαλιά, σκαλιά κι ακόμα σκαλιά. Καλή γυμναστική λίγο μετά το πρωινό ξύπνημα! Οι έμποροι αυτής της πόλης θα'χουν πολύ γερά πόδια ανεβοκατεβαίνοντας αυτά τα σκαλιά. Μεγάλη διαδρομή και με φορτίο για εκείνους, εγώ μοναχά ένα σάκο κουβαλάω μαζί μου. Συνεχίζω τα σκαλοπάτια και φτάνω επιτέλους σε μία τεράστια πύλη, σε σχέση με τις άλλες. 2 φρουροί φυσικά και ο ένας με υποδέχεται :

 -Καλημέρα! Βρίσκεσαι στον Τόπο της Ταπεινότητας. Εάν μεταναστεύεις εδώ θα βρεις ένα ταπεινό σπιτικό να μείνεις. Έλα μαζί μου, να πάμε στη μέσα πλευρά του Τόπου.

 Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ πόσο μεγάλη είναι η πόρτα στην πύλη. Φτάνει μέχρι το ταβάνι! Ωστόσο μεσολαβεί άλλη μία πύλη με άλλους 2 φρουρούς, ο χώρος είναι σφαιρικός, μεγάλος και αριστερά και δεξιά έχει λακκούβες, φαίνονται βαθιές. Στα τοιχώματα του εδάφους έχει τρυπούλες.. Τι παράξενο μέρος! Πλησιάζοντας τους 2 φρουρούς, αυτός που με συνοδεύει μέχρι "τη μέσα πλευρά του Τόπου" κάνει ένα διακριτικό σήμα με το χέρι στους άλλους 2 φρουρούς και εκείνοι ανοίγουν την πύλη, μία φυσιολογικού μεγέθους πύλη, και είμαστε "μέσα" πλέον.

 -Το όνομα σου?
-Ονομάζομαι Περπατητής Άνεμος φρουρέ. Πριν πας να με παρουσιάσεις στον αφέντη αυτού του τόπου, μπορούμε να κάνουμε μία βόλτα στον τόπο?
- Φυσικά Περπατητή Άνεμε. Που θα ήθελες να βρεθείς, γνωρίζεις τον Τόπο?
-Όχι, δε τον γνωρίζω, αλλά θα ήθελα να βρεθώ στην αγορά του Τόπου, στις κατοικίες και φυσικά όπου συναντήσω τον αφέντη σας.
-Έλα, περπάτησε δίπλα μου μέχρι την αγορά.
-Μου έκανε εντύπωση ο αριθμός των σκαλοπατιών, είναι πολλά τα σκαλοπάτια! Κι οι έμπορες σας τα ανεβοκαταβαίνουν φορτωμένοι! Θα πρέπει να'ναι πολύ γεροδεμένοι άνθρωποι!
-Όχι, όχι. Δεν είναι και τόσα πολλά. Κι έμπορες μας είναι άξιοι αναφοράς, σίγουρα, αλλά, οι ίδιοι θα θεωρούν πως είναι ανάξιοι επαίνου.
-Ααχ... Μάλιστα. Πες μου όμως, μετά την μεγάλη πύλη που διασχίσαμε ο στρογγυλός αυτός χώρος είχε πολλές και μάλλον βαθιές λακκούβες αριστερά και δεξιά. Γιατί?
-Επέτρεψε μου να σου πω περισσότερα για αυτόν τον Τόπο. Εάν δεν απαντήσω στα ερωτήματα σου, ρώτα με πάλι και θα απαντήσω ευθέως. Αλλά φρονώ πως θα ήθελες να ξέρεις την ιστορία του πιό νέου Τόπου.
-Ο πιό νέος τόπος? Μου δημιουργούν κι άλλα ερωτήματα οι απαντήσεις σου, οπότε δε θα σε διακόψω παραπάνω. Συνέχισε σε παρακαλώ.
-Μάλιστα Περπατητή Άνεμε. Κι εσύ συνέχισε να περπατάμε. Όταν οι ξεκίνησαν οι αφέντες να συνεδριάζουν και διέρρευσε το θέμα των συνεδριάσεων τους, όλοι λίγο πολύ άρχισαν να ζυγίζουν την Αρετή που τους εκπροσωπεί. Το πρόβλημα είναι πως Τόπος, για  την Ταπεινότητα δεν υπήρχε. Αυτός ο Τόπος φτιάχτηκε από έναν Άνθρωπο και την οργάνωση του. Ο Άσπρος Ήλιος, αυτό είναι το όνομα του.
-!
-Επέτρεψε μου να συνεχίσω. Ο Άσπρος Ήλιος μόνος του περιφέρθηκε σε όλους τους Τόπους. Ξεκίνησε μόνος και σε κάθε Τόπο συνέχιζε με όλο και πιό πολύ κόσμο μαζί του. Το ταξίδι του είχε σκοπό να μαζέψει ανθρώπους με ίδια σκέψη καθώς και εξερεύνηση για το ιδανικό μέρος δημιουργίας Τόπου. Έχουμε φτάσει στην αγορά. Όπως θα παρατηρήσεις όλα έχουν να κάνουν με το υπέδαφος της θάλασσας. Τα σπίτια είναι από κοράλλια, υλικό που χρησιμοποιούμε σε πολλά πράγματα. Τρώμε κι εμπορευόμαστε τα πλάσματα της θάλασσας, μέχρι ένα σημείο, κι αναπαράγουμε ψάρια επανατοποθετώντας τα στη θάλασσα. Τα σπίτια είναι όλα πάνω κάτω τα ίδια κι αυτό εκεί στο βάθος είναι του Άσπρου Ήλιου, εκεί πάμε.
-Η ιστορία αυτού του Τόπου είναι ελπιδοφόρα, μπορώ να πω κι ανυπομονώ. Ανυπομονώ να συναντήσω τον Άσπρο Ήλιο!
-Περπατητή Άνεμε θα σε παρακαλέσω να μη κολακέψεις τον Άσπρο Ήλιο. Σιχαίνεται τους κόλακες! Κι έχει συναντήσει αρκετά αηδιαστικούς κόλακες λέει.
-Είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσεις σε κάποιον τις πράξεις του. Σε καταλαβαίνω φίλε μου, δε θα προσβάλω τον Άσπρο Ήλιο! Δε το είχα σκοπό.

Φτάνοντας στην κατοικία του Άσπρου Ήλιου παρατηρώ πως το κοραλλιοειδές σπίτι του δε διαφέρει σε τίποτα από όλα τα άλλα σπίτια. Ο Άσπρος Ήλιος δεν κηρύττει σε κάποια πλατεία στην αγορά ή αλλού. Έρχεται να με υποδεχτεί. Φοράει μία λευκή ρόμπα με κουκούλα που καλύπτει το πρόσωπο του.

-Καλή σας μέρα. Φρουρέ, μπορείς να επιστρέψεις στο πόστο σου. Σε ευχαριστώ που συνόδευσες τον ταξιδιώτη μέχρι εδώ. ... Κι εσύ ταξιδιώτη, μετανάστης τέτοια εποχή. Άλλαξες αρετή ή μήπως κάτι άλλο?
-Καλή μέρα και σε εσένα Άσπρε Ήλιε! Ονομάζομαι Περπατητής Άνεμος, πριν λίγες μέρες επέστρεψα απ'τα ταξίδια μου.
-Έλα Περπατητή Άνεμε, πέρνα στο φτωχικό μου να μιλήσουμε εκεί όπου μπορώ να σου προσφέρω ξεκούραση και κάτι ζεστό να πιείς.

Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι του και αισθάνθηκα αρκετά άνετα παρότι μου είναι, ακόμα, πρωτόγνωρο το κοράλλι.

 -Κάθισε, έβαλα να γίνει τσάϊ να πιούμε. Ήταν μακρύ το ταξίδι σου?
-Άσπρε Ήλιε, είχα μεγάλο ταξίδι και στο πήγαινε και στο γύρνα, κι άλλο ένα κάνω τώρα. Δεν ήρθα να μεταναστεύσω, ήρθα να γνωρίσω τον Τόπο αυτό, όπως και τους άλλους που επισκέφθηκα και θα επισκεφθώ, για να μάθω τον κόσμο όπως είναι, πλέον.
-Μάλιστα. Εδώ, για όσο επιλέξεις να μείνεις είσαι ευπρόσδεκτος, όπως και κάθε ταξιδιώτης σαν εσένα.
-Θέλω να σε ρωτήσω κι εγώ. Στο ταξίδι μου για εδώ, συνάντησα 12 ανθρώπους οι οποίοι δε διέμεναν σε κανένα Τόπο, ένας από αυτούς είχε το όνομα Μαύρος Ήλιος. Τον γνωρίζεις? Γιατί μου τον θυμίζεις πάρα πολύ.
-Ο Μαύρος Ήλιος. Είναι ο μικρός μου αδερφός. Ηγείται των Αν-άρετων, όπως τους αποκαλούν.
-Μα δεν είναι ανάρετοι οι 12 αυτοί. Τόσα ξέρουν, τόσα λένε οι αφεντάδες κι ο κόσμος αυτά ακούει, αυτά και λέει.
-Είναι αλήθεια πως ο κόσμος, συνήθως, δε ξέρει.
-Είναι κάτι που δε ξέρω κι εγώ, θα ήθελα να μου το μάθεις.
-Τι είναι αυτό Περπατητή Άνεμε?
-Θα ήθελα να μάθω για αυτόν τον Τόπο.
-Αυτός ο Τόπος χτίστηκε εδώ αφού αρχικά μαζευτήκαμε ο πληθυσμός του και βρήκαμε το ιδανικό, αυτό, σημείο. Όσο προχωρούσαμε προχωρούσε κι η ανάπτυξη του Τόπου. Βλέπεις εμείς κρυφτήκαμε απ'τον ήλιο τους. Ό,τι έχει να κάνει με το θαλασσινό νερό και τα παιδιά του όπως και το υπέδαφος και τη βλάστηση του, έχουν να κάνουν με τα υλικά παραγωγής κι εμπορίου. Θα παρατήρησες έχει φως, φυσικό, παρά το ότι είμαστε κάτω απ'τη γη και κάτω απ'τη θάλασσα. Το πέτρωμα εδώ είναι ασυνήθιστο. Είναι διάφανο και περνάει μέρος των ακτίνων του ηλίου, μιάς και το βάθος δεν είναι πολύ μεγάλο. Μπαίνοντας θα είδες 2 πύλες κι ενδιάμεσα, στο χώρο που μεσολαβεί, λακκούβες, ίσως και τις τρυπούλες στο πέτρωμα. Επειδή όπως είπα το πέτρωμα είναι ασυνήθιστο, και άγνωστο σε εμάς, ακόμα, πήραμε ένα μέτρο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης εγκατάλειψης της πόλης. Αυτά μπορώ να σου πω για τον Τόπο μας. Τα υπόλοιπα πιστεύω θα τα κατάλαβες μόνος σου.
-Θαυμάσια! Σε αυτόν τον Τόπο θα ξεκουραστώ πριν συνεχίσω το ταξίδι μου.
-Έχουμε ένα κέντρο που φιλοξενούμε ταξιδιώτες. Ξεχωριστά κοράλλια, σαν το σπιτικό μου, απλά πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Έλα, ας περπατήσουμε μαζί μέχρι εκεί.

 Στο δρόμο δε μπορώ να σταματήσω να χαζεύω αυτόν τον Τόπο, να χαίρομαι, να αισθάνομαι μεγάλη ελπίδα ακόμα, μετά τους 12, ο Άσπρος Ήλιος κι αυτός ο Τόπος κι οι άνθρωποι του! Το κτίριο φιλοξενίας είναι μπροστά μας. Ένα μέρος που θα ξαποστάσω με χαρά. Ο Άσπρος Ήλιος με αποχαιρετά. Μετά από ένα μπάνιο ακολουθεί ύπνος. Σηκώνομαι, τρώω κάτι που βρίσκω πάνω στο τραπέζι και εγκαταλείπω. Περνάω απ'την αγορά και συνεχίζω προς τις πύλες του Τόπου. Ένας Τόπος γεμάτος ανθρώπους! Ένας τόπος που η αρετή κι οι αρετές δεν έχουν πεθάνει.


Ο Τόπος του Ζήλου


 Βγαίνοντας κι απ'τη 2η πύλη κι αποχαιρετώντας τον φρουρό συνεχίζω το ταξίδι μου καταμήκος της θάλασσας ώσπου να δω το μονοπάτι που θα με οδηγήσει στον επόμενο Τόπο. Τον Τόπο του Ζήλου. Αυτή η άμμος. Τη διασχίζω ξανά και ξανά ώσπου να γίνω κι ο ίδιος κομμάτι της. Σαν ένας άνεμος. Στο δρόμο πέρα απ'την άμμο και τον Τόπο της Ταπεινότητας δε σκέφτομαι κάτι άλλο, έχω μπει κι έχω βγει μερικές φορές απ'το μονοπάτι, αλλά, ο δρόμος παραμένει ως έχει. Και είναι σύντομος, και είμαι ξεκούραστος. Η πύλη, οι φρουροί κι ο Τόπος του Ζήλου είναι μπροστά μου.

-Αλτ ξένε! Μετανάστης τέτοια εποχή? Και χωρίς αποσκευές?
-Καλή εσπέρα. Ταξιδιώτης ναι, μετανάστης όχι.
-Ταξιδιώτης? Εδώ είναι ο Τόπος του Ζήλου. Ο Ζήλος για Ζωή!
-Θα ήθελα να γνωρίσω αυτόν τον Τόπο, δεν ήρθα εχθρικά.
-Αυτό θα το αποφασίσει άλλος, όχι εγώ, έλα μαζί μου ξένε.

 Ανοίγουν την πύλη κι υποθέτω θα με πάνε στον αφεντά του Τόπου αυτού. Πράμα και που γίνεται.

-Καλησπέρα Αφέντη! Εδώ έχει έρθει ένας ταξιδιώτης που ισχυρίζεται πως θέλει να γνωρίσει αυτόν τον Τόπο.
-Φαίνεται ακίνδυνος, άστον και επέστρεψε στο πόστο σου.
-Ευχαριστώ αφέντη του Τόπου του Ζήλου. Δεν ήρθα εχθρικά.
-Κι εχθρικά να ήρθες ξένε, δε θα καταφέρεις άλλο απ'το να φύγεις κι εχθρικά. Εδώ είναι ο Τόπος του Ζήλου κι ο Τόπος του Ζήλου για Ζωή. Ακολούθησε με αν θες όντως να γνωρίσεις τούτον τον Τόπο.

 Ο αφέντης του τόπου ξεκινά με αργά μικρά βήματα, μέχρι να ακολουθήσω κι εγώ, και τριγυρνάμε τον τόπο εξηγώντας μου για αυτόν (τον τόπο). Ο μονόλογος του αφέντη :

 -Όπως θα βλέπεις ο Τόπος αυτός ξεχειλίζει, σφίγγει από ζωή. Είμαστε αυτάρκεις σε πληροφορώ. Το εμπόριο για εμάς είναι, όχι απαραίτητο, υλικά, μα κοινωνικά. Να κρατάμε επαφή και δεσμούς με τους άλλους Τόπους, σαν Τόποι, κι όχι απλά μεταξύ Αφεντάδων. Όπως θα παρατήρησες η αγορά μας είναι πλούσια σε ποικιλία και ποσότητα. Πλούσια λόγω της συνεχής υπερπροσπάθειας όλων μας. Δεν είναι μόνο η εργασία. Είναι και η ξεκούραση που μας ενδιαφέρει. Ο καθένας θέλει να μπορεί να αποδώσει στο μέγιστο. Για τον ίδιο, για τον τόπο, για όλους. Τα σπίτια μικρά και φιλόξενα, ζεστά σπίτια ικανά να κρατήσουν αναμμένη τη φλόγα της θέλησης σου ακόμα και κατά την ξεκούραση σου! Η βλάστηση μας, λόγω των πολλών παραγωγών μας, τα ζώα μας, λόγω των αρκετών εκτροφών μας μας κρατάνε κοντά στη φύση, δίχως να διαταράσσουμε την ισορροπία της. Καλώς ήλθες στον Τόπο του Ζήλου ταξιδιώτη. Θα ήθελα να μάθω το όνομα σου και αν θέλεις να διαμείνεις σε αυτόν τον Τόπο.
-Αφέντη αυτού του του τόπου, το όνομα μου είναι Περπατητής Άνεμος. Μετά από αυτή τη βόλτα στον τόπο σου, τον Τόπο του Ζήλου, ύστερα απ'όσα έμαθα κι είδα γι'αυτόν μένω έκπληκτος. Η λειτουργία κι οι άνθρωποι καθιστούν αυτόν τον τόπο τον ιδανικό για κάθε μετανάστη! Εγώ δεν είμαι μετανάστης, ταξιδιώτης είμαι. Θέλω να γνωρίσω όλους τους τόπους και τους ανθρώπους τους εάν πρόκειται να πιστεύω πως γνωρίζω αυτόν τον κόσμο.
-Όπως θέλεις ο ίδιος Περπατητή Άνεμε. Εδώ είσαι ευπρόσδεκτος. Φυσικά αν μείνεις σε πληροφορώ πως μέχρι την ώρα της ξεκούρασης θα συνεισφέρεις κι εσύ, με τον τρόπο σου, σε αυτόν τον Τόπο. Εάν δε με χρειάζεσαι κάτι παραπάνω θα μου επιτρέψεις να επιστρέψω στα καθήκοντα μου.
-Φυσικά αφέντη του τόπου του Ζήλου.
-Χαίρομαι που ήρθες να επισκεφτείς τον Τόπο μας! Παρακάτω είναι τα σπίτια φιλοξενίας. Πήγαινε διάλεξε ένα και σύντομα θα έρθει ένας συνάνθρωπος μας να αποφασίσετε πως μπορείς να συνεισφέρεις όπου είσαι ικανός.

 Ο αφέντης αυτού του τόπου φεύγει κι εγώ συνεχίζω το δρόμο που μου έδειξε. Θα ήθελα να δω πως ακριβώς μπορώ να συνεισφέρω στον τόπο αυτό, δείχνει να'ναι αυτάρκης, εργατικός. Όπως κι οι άνθρωποι του. Ένας απ'τους ανθρώπους αυτού του τόπου πλησιάζει.

-Γειά σου! Είμαι ο υπεύθυνος για να σου βρούμε, μαζί, ένα τρόπο να συνεισφέρεις κι εσύ σε αυτόν τον τόπο. Μαθαίνω το όνομα σου είναι Περπατητής Άνεμος. Τι είναι αυτό που έχεις κάνει κατά το μεγαλύτερο μέρος τη ζωής σου, μέχρι τώρα?
-Γειά σου και εσένα. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου μαθαίνω. Για εμάς, για τον τόπο, για τη θάλασσα.
-Θαυμάσια! Θα μπορούσα δηλαδή να συμπεράνω πως τα ταξίδια σου είναι οικεία?
-Βεβαίως. Έχω γυρίσει αυτόν τον τόπο προτού αλλάξουν τα πράματα και τα ονόματα.
-Περπατητή Άνεμε γνωρίζεις που είναι ο Τόπος της Φιλανθρωπίας?
-Δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι επακριβώς, μα έχω χάρτη και τον έχω επισκεφθεί αυτόν τον τόπο παλαιότερα. Ύστερα από εδώ, εκεί θέλω να πάω.
-Θαυμάσια! Μόλις βρήκαμε τι θα κάνεις Περπατητή Άνεμε. Είχαμε έναν μετανάστη πρόσφατα από τον Τόπο μας στο Τόπο της Φιλανθρωπίας. Άφησε μεγάλο μέρος της ιδιοκτησίας του εδώ. Θα σου δώσουμε μία καμήλα και μέρος της ιδιοκτησίας του να του παραδώσεις.
-Εντάξει. Η αλήθεια είναι πως σκοπεύω να φύγω σύντομα, οπότε εάν μπορείς επέσπευσε τις διαδικασίες.
-Σύμφωνοι. Σε 4 ώρες θα είναι έξω απ'την πόλη όσα χρειάζεσαι συν συνοδεία. Επέτρεψε μου να επιστρέψω στα καθήκοντα μου εάν δε με χρειάζεσαι κάτι άλλο.

 Και κάπως έτσι μπορώ να κοιμηθώ λίγο. Ένα μπάνιο, ελαφρύ γεύμα ύστερα και επόμενη στάση ο Τόπος της Φιλανθρωπίας. Ο τόπος του Ζήλου ήταν αξιοπρεπείς σε σχέση με άλλους. Δεν ήρθα σε ρήξη και με κάποιον άνθρωπο. Η ώρα περνά και ξεκινάω το δρόμο μου.


Η δεύτερη ερημιά


 Έξω απ'την πύλη 3 καμήλες, όλες με φορτίο, 2 φρουροί της πύλης κι άλλοι 2, προφανώς οι συνοδοί. Πλησιάζει ο ένας και μου απευθύνεται.

 -Καλησπέρα! Καλό ταξίδι να έχουμε! Ο υπεύθυνος μας έδωσε εντολή να σε συνοδεύσουμε ασφαλώς μέχρι τον Τόπο της Φιλανθρωπίας. Έχουμε τις απαραίτητες προμήθειες φαγητού και νερού, όποτε είσαι έτοιμος κι εσύ μπορούμε να ξεκινήσουμε.
-Καλησπέρα! Μεγάλο θα είναι, οπότε ελπίζω κι εγώ να είναι κι ευχάριστο! Ξεκινάμε λοιπόν, τι λές?

 Ή τουλάχιστον κάπως έτσι ξεκινήσαμε. Η έρημος είναι μεγάλη κι η άμμος που την αποτελεί δεν είναι παρά ένας συνεχώς μεταβαλλόμενος χάρτης από τον αέρα, τις θύελλες την απειρία του νέου ταξιδιώτη μέσα από την ερημία τη μεγάλη αυτή. Η οργάνωση δεν αρκεί. Θέλει ομαδικότητα, πίστη στα μέλη της ομάδας κι ικανότητα επιβίωσης μέχρι να ανταμώσεις πάλι σε αυτή ή εκτός αυτής της ερήμου με αυτά τα μέλη. Όσο όμορφη είναι η μέρα, όσο θαρρείς πως σε κουράζει και σου απορροφά την ενέργεια ο ήλιος, τόσο σε τρομάζει η νύχτα. Κατάμαυρη με απουσία φεγγαριού ή αυταπάτη είναι. Το καλύπτει η ανεμοθύελλα, αν δε το πήρε μαζί να το κρύψει μέσα της. Φωτιά? Γελάω, γιατί το γέλιο θα μείνει καθώς η φωτιά δε θα επιβιώσει, αφού δε μπορώ να την ανάψω. Κρύο. Σα να μη φτάνει ο αέρας το άλλο πρόσωπο αυτό της ερήμου είναι το πιό ύπουλο. Παγώνεις σε σημείο τα χτυπήματα του αέρα να τα εκλαμβάνω σα χαστούκια που με ραγίζουν σαν πάγο... Αααχ. Μούδιασα... Δεν είναι κρύο πιά, δεν είναι ζεστό, δεν είναι τίποτα. Απλά είναι. Είναι? Τι είναι... Δε μπορώ να το πω με σαφήνεια, έχουν παγώσει οι βλεφαρίδες μου, τα μάτια μου είναι βαριά, βλέπω, μα θολά. Αααχ... Το μόνο σίγουρο, αυτό που δε χρειάζεται να ανοίξω μάτια για να δω! Είναι πιό εύκολο να κοιμηθώ, όνειρο είναι, ας κοιμηθώ. ... ! Που να κοιμηθώ? Θέλω να δω που είμαι! Τα άκρα μου δε κινούνται, πως είμαι σίγουρος πως δε θέλω να φύγω από εδώ? Γιατί έχω κάπου να πάω! Γιατί δεν είμαι μόνος!

 Κατάρα.. σέρνομαι, μπουσουλάω, μουδιασμένος, λες και με έχει πλακώσει το χιόνι. Τι ειρωνεία να παγώσω στην έρημο θα έλεγε ένας. Αλλά ο ένας τόσα δε γνωρίζει απ'τη θέση του, όσα κι εγώ απ'τη δικιά μου. Οι άλλοι δύο, οι συνοδοί που είναι, οι καμήλες, τα φορτία? Είναι μιά καλή στιγμή να πεισμώσω. Θα ξεπαγώσουν οι φλέβες μου με το βραστό αίμα να κυκλοφορεί, κινούμαι ευκολότερα ήδη. Όσο λίγο έστω και θολά μπορώ να δω, μπαίνουν κόκκοι άμμου στα μάτια μου, μου φαίνεται πως διακρίνω μία καμήλα ξαπλωμένη! Το φορτίο έχει μείνει εκτός αμμόλοφου και λίγο η ίδια, μα έχει έναν αμμόλοφο πάνω της. Πλησιάζω και περιμένω μαζί με την καμήλα η οποία αντιλαμβάνεται την παρουσία μου να κοπάσει η θύελλα. Άγνωστο αν εγώ απομακρύνηθκα από αυτήν ή εκείνη από εμένα.

 Οι ακτίνες του ήλιου τρυπάνε τα μάτια μου μέχρι να τα ανοίξω ρίχνοντας άμμο πίσω στην άμμο. Ξυπνάω. Κοιμήθηκα ή λιποθύμησα, δε μπορώ να θυμηθώ. Η καμήλα ζει, το φορτίο είναι ακόμα πάνω, οι προμήθειες μου ασφαλής. Λίγο νερό, ένα μήλο και πάμε καλή μου καμήλα να βρούμε τους άλλους 4 μας συνταξιδιώτες ώστε να προσανατολιστούμε και να συνεχίσουμε σύντομα. Ο ήλιος. Όταν μου έλειπε τόσο τούτη τη νύχτα, πως να τον απαρνηθώ την ημέρα? Ιδρώτας. Τα υγρά που μου λείπανε τη νύχτα. Μόνο η θολούρα απ'την αντηλιά δεν είναι ευπρόσδεκτη στις αισθήσεις μου. Ψάχνω όσο μπορώ να δω για τους συνταξιδιώτες μου. Όσο περνάει η ώρα και συνειδητοποιώ πως όταν πέσει ο ήλιος μπορεί να συμβεί το ίδιο με τη χθεσινή νύχτα..

 Επιτέλους βλέπω τους συνταξιδιώτες μου! Πλησιάζουμε με την καμήλα, φαίνεται να είναι όλοι εκεί, μαζί. Μέχρι και τα φορτία μπορώ να διακρίνω. Όσο φτάνω είναι και πιό ξεκάθαρο πως ο ένας συνοδός, που είναι ξάπλα, είναι είτε ακόμα αναίσθητος είτε.. Είναι ξαπλωμένος με το ένα χέρι σα να δείχνει μία κατεύθυνση.

 -Θα θάψουμε τον φίλο μας και θα συνεχίσουμε όσο πιό σύντομα μπορούμε
-Ήσασταν μαζί όταν έγινε? Εγώ χάθηκα όπως είδες.
-Μαζί ήμασταν Περπατητή Άνεμε. Όπως ο υπεύθυνος με ενημέρωσε για το ταξίδι και τους κινδύνους, έτσι ενημέρωσε κι εκείνον. Αλλά βλέπεις αυτή η έρημος σε καταπίνει. Το νερό εξαφανίζεται στην άμμο, κάπως έτσι χανόμαστε κι εμείς. Το σώμα μας είναι στο μεγαλύτερο του μέρος από νερό. Τι πιό πρέπων? Μία έρημος που απορροφά τη ζωή, το νερό.
-Εξαρτάται φυσικά απ'το τι αποκαλεί ένας ζωή και πότε ορίζει τον θάνατο.
-Ακριβώς! Κι όπως θα θυμάσαι είμαστε απ'τον Τόπο του Ζήλου! Η ζωή του φίλου μας τελείωσε τη στιγμή που κατάλαβα το γιατί έμεινε ξαπλωμένος και με απλωμένο χέρι προς μία κατεύθυνση. Η συνεισφορά του βλέπεις έχει δρόμο ακόμα, το γνώριζε κι ο ίδιος. Έτσι μας άφησε ό,τι μπορούσε χωρίς να αρνηθεί την εργασία του. Μας δείχνει τον δρόμο. Τώρα μπορεί να ταφεί. Ακόμα κι αν πέθανε, δε θα ξεχαστεί. Δεν ο τρόπος ζωής που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Είναι ο άνθρωπος που χαρακτηρίζει τον τρόπο ζωής. Κι είμαστε απ'τον Τόπο του Ζήλου, μέχρι να ολοκληρώσουμε τα καθήκοντα μας ο Θάνατος ο ίδιος δε θα μας σταματήσει κι ακόμα κι αν το κάνει, θα τον ξεγελάσουμε ή θα του ξεφύγουμε για λίγο.
-Ένα ταιριαστό τέλος θα έλεγα. Μα δε χρειάζεται να πω κάτι. Ο άνθρωπος αυτός έχει τον σεβασμό μου. Ας σεβαστούμε το κορμί που μας άφησε να επιστρέψουμε στη γη.

 Ύστερα απ'την ταφή τρώμε και συνεχίζουμε το ταξίδι μας. Ο ήλιος δε θα μας επιτρέψει να διανύσουμε την ίδια απόσταση με την προηγούμενη ημέρα μα η μικρή μας πρόοδος παραμένει πρόοδος δεδομένου πως θα μπορούσαμε να'χαμε χάσει το δρόμο μας. Κατασκηνώνουμε σε ένα σημείο κοντά στο "δρόμο" κι ο συνοδός ψάχνει για κάτι να σηματοδοτεί στο τοπίο πως είμαστε σε αυτό το σημείο του χάρτη, ακόμα κι αν επαναληφθεί το χθεσινό βράδυ. Πράγμα που ευτυχώς δεν φαίνεται να συμβαίνει. Κρύο, σκοτάδι, μα η φωτιά μας κρατάει ζεστούς και έχουμε και λίγο φως να βλέπουμε αν και τι συμβαίνει γύρω μας. Έχουμε κάτσει απέναντι απ'τη φωτιά κι ο συνοδός ξεκινά έναν μονόλογο.

 -Τον λέγανε Βαρύ Φορτίο. Μικρός ήταν τεμπέλης και λαίμαργος. Όταν έχασε τους γονείς του σε ένα ταξίδι σε αυτή την έρημο, αποφάσισε να αλλάξει. Κανείς δεν ήξερε το όνομα του κι ο ίδιος δε το θυμόταν. Αποφάσισε να αποκαλεί τον εαυτό του όπως σου είπα και να αποδεικνύει καθημερινά το γιατί. Τα'χε χάσει όλα. Όσα μπορούσε να θεωρήσει κανείς όλα, σε αυτήν εδώ την έρημο. Οι  γονείς του ήταν γιατροί κι οι δύο. Δεν άφησαν ποτέ ασθενή τους, ακόμα κι ετοιμοθάνατους. Πάντοτε προσπαθούσαν. Ο μικρός πλέον μεγάλωσε κι είχε γίνει ένας τοπικός ήρωας, που δεν απολάμβανε τη δόξα του. Απλά ζούσε κατά τον τρόπο που επέλεξε ο ίδιος. Όταν οι Τόποι χωρίστηκαν ήταν απ'τους πρώτους και βοήθησε στην ανέγερση του.
-Ταιριαστό όνομα αν μου επιτρέπεις..
-Φυσικά! Και επίσης φυσικά και σου επιτρέπω. Αυτή η ερημιά κι η θάλασσα δεν κοιτάνε ηλικία, φύλο, καταγωγή, δε κοιτάνε τίποτα. Αν δεν είσαι ικανός να περάσεις μες απ'αυτές θα σε καταπιούν! Απλά απ'τον φίλο μας δε κατάφεραν να πάρουν τη ζωή. Την έδωσε. Για εμάς.
-Στην μνήμη του θα πιούμε απόψε και θα ζήσουμε!

 Η νύχτα περνάει όμορφα, γρήγορα μπορώ να πω. Μεθυστική ξεκούραση μετά από ένα δύσκολο κομμάτι στο ταξίδι. Ο πρωινός ήλιος βρίσκει τον εναπομείναντα συνοδό ξύπνιο και ενδεχομένως σκεπτικό, ή τουλάχιστον έτσι φαντάζει. Δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικός και με σβέλτες κινήσεις μαζεύει το φορτίο του και το άλλο ένα, περιμένοντας με, να συνεχίσουμε τον δρόμο μας. Το βράδυ θα μας βρει στον Τόπο της Φιλανθρωπίας.


Ο Τόπος της Φιλανθρωπίας


 Πέφτοντας ο ήλιος αρχίσαμε να διακρίνουμε τον Τόπο της Φιλανθρωπίας και τα τείχη του. Πλησιάζοντας μας προσεγγίζουν οι φρουροί. Ο συνοδός επιταχύνει το βήμα του και τους εξηγεί πως φέραμε την περιουσία ένας πρώην κατοίκου του Τόπου του Ζήλου, ο οποίος πλέον διέμενε στον Τόπο της Φιλανθρωπίας κι αδυνατούσε να κουβαλήσει μόνος του τόσα πράγματα. Ο ένας φρουρός ανοίγει και περνάνε μαζί με τον συνοδό την πύλη. Επιστρέφουν ύστερα και ο συνοδός με ενημερώνει πως η συνεισφορά μου στον Τόπο του Ζήλου ολοκληρώθηκε. Εξήγησε στους φρουρούς πως είμαι ταξιδιώτης και μόλις παραδώσουμε τα πράγματα στον κάτοχο τους θα πάω να δω τον Αφέντη του Τόπου της Φιλανθρωπίας.

-Πριν φύγεις πες μου το όνομα σου! Μοιραστήκαμε το θάνατο σ'ένα ταξίδι ζωής. Τιμώντας μονάχα τον φίλο σου περιφρονώ την αξία της συντροφιάς σου στο ταξίδι μας τούτο.
-Με ονόμασαν μικρό δέντρο. Προς τιμή του πατέρα μου! Αλλά είναι μεγάλη ιστορία...
-Πιστεύω έχω να ζήσω μιά μεγάλη σε διάρκεια ζωή, πως θα το κάνω όμως αυτό αν δε μπορώ να ακούσω μιά μεγάλη ιστορία?
-Πολύ ευγενές από μέρους σου. Ο πατέρας μου ονομαζόταν Μεγάλο Δέντρο. Μέναμε σε αυτόν εδώ τον Τόπο, τον Τόπο της Φιλανθρωπίας, πριν αλλάξει όνομα, πριν αλλάξουν τα πράγματα, για τους άλλους, ακόμα. Ο πατέρας μου ήταν ένας απλός ξυλουργός. Με την όση ξυλεία εμπορευόταν ο τότε τόπος, έφτιαχνε ό,τι χρειαζόταν να φτιαχτεί ή να επισκευαστεί. Αγαπούσε αυτό που έκανε, το γνώριζε αυτό που έκανε και γνώριζε γιατί το αγαπούσε. Ακόμα και στα γεράματα έφτιαχνε επισκεύαζε σα να ήταν ακούραστος νέος. Λίγο πριν αλλάξουν οι τόποι αναγνωρίστηκε η αξία του. Πέθανε η γυναίκα του, η μητέρα μου στη γέννα του μικρού μου αδερφού. Η  λύπη του τον έπνιξε στο σκοτάδι, που ν'αντέξει η μεγάλη του καρδιά... Ο πατέρας μου πέθανε έχοντας βάλει από ένα σανίδι σε κάθε κατασκευή που υπάρχει στον Τόπο της Φιλανθρωπίας. Ο Τόπος της Φιλανθρωπίας προϋπήρχε. Αυτή η διαστρεβλωμένη μορφή που θα βιώσεις δεν έχει καμία σχέση με πριν. Ο μικρός υιός θα ονομαζόταν δέντρο καθώς έμοιαζε του πατέρα. Τίμησα και τους 2 αλλάζοντας το όνομα μου σε Μικρό Δέντρο. Πατέρα κι αδερφό, χωρίς να ξεχνώ τη μητέρα μου που με έφερε στη ζωή. Συνέχισα το έργο του πατέρα μου, μα όταν οι Τόποι άλλαξαν κι εδώ ενώ ήμασταν ήδη τόπος φιλανθρωπίας, όχι μόνο ο πατέρας μου, μα ο καθένας σιγά-σιγά παραδειγματίστηκε. Δε ζήταγε χρήματα απ'όποιον δεν είχε μα χρειαζόταν την επισκευή. Ο Τόπος της Φιλανθρωπίας υπήρχε, μα πέθανε μαζί με τον πατέρα μου. Αν σαν υιός του ήμουν πολλά υποσχόμενος σαν εκείνον, τότε ο αφεντάς έταξε πιό πολλά κι ο Τόπος άλλαξε, αρρώστησε. Δε μπόρεσα να τον γιατρέψω, μα ήθελα να μείνω υγιής. Μετανάστευσα στον Τόπο του Ζήλου.
-Μεγάλος σαν ταξίδι μέσα από φουρτούνες ως την άγνωστη στεριά ο βίος σου Μικρό Δέντρο. Το όνομα σου ανάλογο με την αξία του πατέρα σου κι οι αξίες σας μεγάλες! Ένα δέντρο είναι ζωή, δίνει και αφήνει να ζήσουν σε αυτό. Με όλο το θάρρος επέτρεψε μου να σου πω το εξής. Αφού η ζωή είναι ένα ταξίδι, γιατί να μη ταξιδέψεις σε όσα πιό πολλά μέρη μπορείς, βλέπεις και θέλεις, αν όχι για να βρεις την ευτυχία, τότε γιατί το ταξίδι από μόνο του είναι για εσένα ευτυχία?
-Τα λόγια ενός ταξιδιώτη είναι αυτά? Γεμάτα ευτυχία, γεμάτα ελπίδα για εύρεση ευτυχίας!
-Είναι τα λόγια ενός ανθρώπου που έζησε σε ένα τόπο που δε περιορίζεται σε μία αρετή. Έναν τόπο ακόμα άγνωστο σε εκείνους που τα γνωρίζουν όλα. Ακόμα και σε μένα που βρέθηκα κι έζησα εκεί ο δρόμος είναι άγνωστος όπως κι ήταν κι ο γυρισμός. Θέλεις να φύγεις από αυτούς του Τόπους?
-Δεν θέλω να μείνω. Δες και μόνο σου τι υπάρχει πίσω από τα τείχη. Αυτό το τέρας ονομάζεται ανθρωπιά, άνθρωπος το δημιούργησε, άνθρωπος το ανέχτηκε και το δέχτηκε. Δε ξέρω αν θα βρεθώ στον τόπο αυτό που λες, μα εδώ δε θα μείνω για πολύ ακόμα. Μόλις ολοκληρώσω το έργο μου θα έχω χάσει κάθε λόγο να μείνω εδώ. Θα σε αναζητήσω και θα σε βρω, είτε να ταξιδέψουμε πάλι μαζί, είτε να βρεθούμε στον ίδιο προορισμό.
-Θα περιμένω λοιπόν το έργο σου, έχω κι εγώ έναν σκοπό μέχρι τότε. Ο χρόνος θα μας δείξει φίλε μου. Καλή επιστροφή και καλή αντάμωση εύχομαι.
-Καλή συνέχεια στο ταξίδι σου!

Οι φρουροί μου γνέφουν και τους πλησιάζω.

-Μετανάστης είσαι?
-Όχι, ταξιδιώτης είμαι.
-Δηλαδή δεν ήρθες για να διαμείνεις.
-Όχι, τον Τόπο θέλω να γνωρίσω και τους ανθρώπους του.
-Πέρνα και περίμενε να έρθει ένας ευγενής να σε πάρει να σε πάει στον Αφέντη του Τόπου της Φιλανθρωπίας.

 Η διαστροφή ξεκινά σαν παράσταση καθώς ανοίγει η πύλη τρίζοντας, θυμίζοντας μου τα λόγια του Μικρού Δέντρου. Αχνοφαίνονται τα ερείπια σπιτιών, όλα από ξύλο, σπασμένα, ξανακαρφωμένα σανίδια ξανά σπασμένα. Σκόνη στον αέρα, κανένας, έκλεισε η πύλη κι ερημιά. Ή έτσι φαίνεται, ποιός να ζήσει εδώ..
Με πλησιάζει ένας άνθρωπος με μανδύα και κουκούλα την οποία σηκώνει και φαίνεται το πρόσωπο του. Φαίνεται σκεπτικός, χαρούμενος, πονηρός! Το μαρτυρά η λάμψη στο μάτι του και το χαμόγελο του.

-Χαίρετε! Είμαι ένας απ'τους ευγενής του Τόπου της Φιλανθρωπίας. Ποιός είναι ο σκοπός της έλευσης σας?
-Χαίρετε! Ονομάζομαι Περπατητής Άνεμος και είμαι ταξιδιώτης. Έρχομαι σε αυτόν τον Τόπο με σκοπό να τον γνωρίσω, αυτόν και τους ανθρώπους του.
-Θαυμάσια ταξιδιώτη, τότε θα φροντίσω να γνωρίσεις τους κατάλληλους ανθρώπους αυτού του Τόπου.
-Υπάρχουν και ακατάλληλοι γνωριμίας δηλαδή στον Τόπο της Φιλανθρωπίας ευγενή?
-Πάμε στον Αφέντη του Τόπου της Φιλανθρωπίας. Θα σου δώσει έναν ξεναγό που θα μπορεί να απαντήσει σε κάθε σου ερώτημα.

 Περπατώντας στην ερημιά έχω την εντύπωση πως παρακολουθούμαι από κάποιον στα συντρίμμια των σπιτιών. Ο ευγενής είναι παχουλός και το γρήγορο βήμα του τον έχει κουράσει, λαχανιάζει κιόλας. Σκόνη κι ερείπια, λίγες φοινικιές, ίχνος πηγαδιού και ανθρώπων.. Όσο συνεχίζουμε η σκόνη πέφτει και τα συντρίμμια φαίνονται ξεκάθαρα. Τερμίτες? Τα ξύλα φαίνονται φαγωμένα, σαν ψάρι που έμεινε μόνο η ουρά και το κεφάλι αφάγωτα. Κι όσο εστιάζω προς μία τεράστια σκιά βλέπω μία ξύλινη κατασκευή. Ένα παλάτι. Αυλή, πηγάδι, συντριβάνι, βήμα, εξέδρα οι πάγκοι τα παγκάκια όλα ξύλινα. Κι όλα μπροστά στο παλάτι. Κανείς απ'έξω.. Που είναι ο κόσμος? Έξω απ'το παλάτι άλλοι 2 φρουροί χαιρετούν τον ευγενή και μας ανοίγουν την πύλη. Άλλη μία πλατεία και.. να ο κόσμος! Να οι κάτοικοι, αυτοί που έμεναν στα ερείπια στη σκόνη. Όλοι με κουρέλια, άλλοι όχι και τόσο καλά στην υγεία τους, όλοι βρώμικοι και κρατάνε ένα χαρτί στο χέρι και κοιτάζουν που λίγο πιό ψηλά απ'όλους είναι..

-Ο Αφέντης του Τόπου της Φιλανθρωπίας! Πάνω στην ώρα της φιλανθρωπίας φθάσαμε, θαυμάσια! Έλα να το απολαύσουμε μαζί με τους υπόλοιπους ευγενείς.

 Όπου και πλησιάζουμε άλλους 10 παρόμοια ντυμένους ευγενείς μεσήλικες αν όχι γέροι στην καλύτερη. Όλοι κοιτάζουν τον αφεντά του τόπου. Ο οποίος ξεκινά τον λόγο του.

 -Κάτοικοι αυτού του Τόπου! Η Φιλανθρωπία είναι το όνομα μας! Γιατί? Μα γιατί όντας φιλάνθρωποι όλοι μας, αυτός είναι ο Τόπος της Φιλανθρωπίας! Σαν τρανή απόδειξη, ο τελευταίος ευγενής που απεβίωσε μας άφησε τη θέση του. Κι εμείς τηρώντας πάντοτε την ευχή του νεκρού μας ευγενή θα'μαστε φιλάνθρωποι με τη θέση του. Κρατάτε όλοι στα χέρια σας έναν αριθμό! Κι εγώ εδώ μπροστά μου σε αυτό το κουτί έχω όλους τους αριθμούς που κρατάτε και θα διαλέξω έναν με κλειστά μάτια! Ο κάτοχος του χαρτιού με τον αριθμό θα βιώσει τη μεγαλύτερη φιλανθρωπία που μπορεί να προσφέρει αυτός ο Τόπος! Τον τίτλο και τη ζωή ενός ευγενή! Τι λέτε λοιπόν? Να τραβήξω ένα χαρτί με έναν αριθμό?

Ο κόσμος κάνει σαν αφηνιασμένος, μανιώδης αγωνία, χαρά και εθελοτυφλία. Ο αφέντης τραβά ένα χαρτί και φωνάζει τον αριθμό. Ένας απ'τους πάμπολλους χοροπηδάει κι οι υπόλοιποι σκύβουν το κεφάλι και περιμένουν. Περιμένουν να επιστρέψουν στις ζωές τους, άτυχοι μπροστά στον ένα τυχερό, ή κάπως έτσι γράφουν τα μάτια τους. Ο αφεντάς χαμογελά λέει 2 λόγια ακόμα, παρουσιάζει τον νέο ευγενή και τα προνόμια του, την οικία του και όλα τα συναφή. Το πλήθος ύστερα σπάει. Κομμάτια. Ερείπια. Τα πιό πραγματικά ερείπια είναι αυτά εδώ τα κομμάτια πλήθους. Μόνο εδώ γίνονται ένα πλήθος, για τον ίδιο λόγο εδώ, με την ίδια ευχή εδώ. Καταραμένε αφεντά! Όπως γυρνάω να πάω προς το μέρος του βλέπω μιλάει με τον ευγενή που με έφερε κι εκείνος επιστρέφει προς τα εμένα.

-Ο Αφέντης του Τόπου της Φιλανθρωπίας είναι λίγο απασχολημένος για να σε δεχτεί τώρα. Έλα μαζί μου θα σου ορίσω εγώ έναν ξεναγό.

Τον ακολουθώ και βγαίνουμε απ'το παλάτι πηγαίνοντας στην εξωτερική εξέδρα όπου μεγάλο μέρος του πλήθους είναι από κάτω κι ένας γεράκος πάνω έχει την πραμάτεια του. Αυτά που μεταφέραμε! Ο γεράκος δίνει την περιουσία του σε όσους του ζητάνε οτιδήποτε. Είναι κι άλλοι που δίνουν, λίγοι και άλλοι, πολλοί, που ζητάνε. Αλλά με αυτά που δίνουν δε χτίζεις σπίτι. Δε φτιάχνεις κάτι δεν επισκευάζεις τίποτα. Απλά διατηρείς τις επιθυμίες ή μέρος των όσων είχες απαρνούμενος βασικές ανάγκες..

-Αυτή εδώ είναι η 2η μορφή φιλανθρωπίας, είναι μεταξύ των κατοίκων απλά και γι'αυτό όπως θα διαπιστώσεις είναι και πιό φτωχή φιλανθρωπία σε σχέση με τη δικιά μας.

Αυτός ο τόπος είναι εξοργιστικός! Αυτή η δυσκολία που επιλέγουν με συνειδητή ευκολία οι κάτοικοι κι η άνεση του ευγενή με φέρνουν σε σύγκρουση με την υπομονή μου. Μα φρονώ πως κι ο αφέντης αυτού του τόπου δε θα'χει να μου προσφέρει κάτι διαφορετικό παρά μόνο τα μούτρα του. Ο γεράκος που έδινε πράματα τώρα ζητιανεύει από αυτούς που τα έδωσε. Αυτό κι αν είναι φιλανθρωπία. Θα πάω στον γεράκο. Ο ευγενής με προτρέπει να μη το κάνω μα του εξηγώ πως εγώ του μετέφερα τα πράματα και θα ήθελα να τον γνωρίσω κι ύστερα θα φύγω απ'τον Τόπο, είδα ό,τι είχα να δω. Ο ευγενής παραξενεύεται μα χαίρεται και με ενημερώνει πως θα φωνάξει έναν φρουρό να με συνοδεύσει στην πύλη σύντομα. Δε χάνω χρόνο και πλησιάζω τον γεράκο. Του μιλάει μία νεαρή κοπελίτσα.

-Παππού πάλι τα έδωσες όλα? Δε κράτησες τίποτα, πάλι?
-Ε μα τι να κάνω αφού τα χρειάζονται?
-Ναι Παππού αλλά τα χρειαζόμαστε κι εμείς.
-Εμείς μιά χαρά τα καταφέρναμε χωρίς αυτά τόσο καιρό!
-Κι αυτοί το ίδιο Παππού. Εγώ απλά σου λέω κράτα πρώτα ό,τι χρειάζεσαι. Και μετά δώσε!
-...

Η κουβέντα σταματά μα η νεαρή με βλέπει ότι τους κοιτάζω και πλησιάζω.

-Γειά! Με λένε Περπατητή Άνεμο. Είμαι ένας από αυτούς που μετέφεραν τα πράματα σου απ'τον Τόπο του Ζήλου εδώ.
-Γειά σου νεαρέ μου! Την ευχή μου να'χεις, σε ευχαριστώ! Τι σε έφερε στον Τόπο της Φιλανθρωπίας?
-Γέροντα ταξιδιώτης είμαι. Ήρθα να γνωρίσω αυτόν τον τόπο, δηλαδή και τους ανθρώπους τους. Ό,τι συνεχίζω το ταξίδι μου τώρα.
-Το ταξίδι σου κατά που πέφτει αν μου επιτρέπεις νεαρέ?
-Στον Τόπο της Τιμιότητας γέροντα. Εκεί πηγαίνω.
-Δε θα ήταν τίμιο να πας αυτήν κοπέλα στη μητέρα της? Έρχεται μόνη της εδώ και φεύγει μόνη της όλο αυτό τον δρόμο.
-Δεν έχω πρόβλημα γέροντα.
-Ωραία, άντε μου καλή μου πίσω στη μητέρα σου πάλι για λίγο! Εντάξει?

Η νεαρή μουτρωμένη με τον γέροντα με ακολουθεί και κατευθυνόμαστε προς τη πύλη μέσα απ'τα ερείπια, μέσα στη σκόνη αυτού του τόπου. Την ξεχασμένη ανθρωπιά. Το Μικρό Δέντρο είδε κι έζησε την νόσο στη ρίζα, γι'αυτό κι αποκόπηκε κι έφυγε. Κι άνθισε! Οι φρουροί αμίλητοι ανοίγουν την πύλη κι επιτέλους αναπνέω πάλι αέρα καθαρό, ελεύθερο αέρα που δεν ανήκει σε κανέναν δε λείπει σε κανέναν, πάρε όσο αέρα θες, υπάρχει άπειρο να αναπνεύσω, να καθαρίσω τα πνευμόνια μου και. Να συνεχίσω το ταξίδι μου. Συνταξιδεύοντας για ακόμα μία φορά.


Ο δρόμος πριν το τέλος.

 2 νύχτες δρόμος και μισή μέρα.

-Το όνομα σου?
-Ελπίδα! Εσένα?
-Περπατητής Άνεμος.
-Χάρηκα!
-Ο γέροντας, συγγενής?
-Όχι. Γνωρίζαμε τον αδερφό του. Είχε χτίσει σχεδόν όλη την πόλη.
-Το Μεγάλο Δέντρο.
-Ναι! Τον γνώριζες? Όταν πέθανε ο αδερφός του έδωσε τον δικό του αγώνα καθώς τα χέρια του δεν έπιαναν σαν του αδερφού του. Όσο είχε έδινε με το που έχασε όση οικογένεια είχε, το Μικρό Δέντρο έφυγε κι έχω να το δω έκτοτε.
-Εκείνος μου μίλησε για τον πατέρα του, ταξιδέψαμε μαζί από τον Τόπο του Ζήλου φέρνοντας τα πράματα του γέροντα.
-Ο κόσμος εδώ, όπως κι ο γέροντας καιρό τώρα, δε σκέφτονται. Δε βλέπουν μπροστά τους.
-Έμαθα για τον τόπο πως ήταν παλιά. Απορώ γιατί οι κάτοικοι το ανέχονται.
-Έμαθαν να πεινάνε, να διψάνε, να κρυώνουν, να σκάνε απ'τη ζέστη, να έχουν λίγα, να κοιμούνται όπου να'ναι και δεν έχουν δύναμη να δουν μπροστά τους τι υπάρχει και να το πάρουν για τους ίδιους που το χρειάζονται.
-Έχω μία υποψία πως δε θα αργήσουμε να μάθουμε τι θα τους δείξει ό,τι είναι μπροστά τους τόσο καιρό.
-Μακάρι.

 Μήπως κάτι έχει σκεφτεί το Μικρό Δέντρο? Γιατί έχω αυτή την ισχυρή εντύπωση. Ίσως αυτό εννοούσε λέγοντας πως ήθελε να ολοκληρώσει το έργο του. Να διορθώσει το χαλασμένο έργο του πατέρα του! Οι σκέψεις για το μικρό δέντρο βολοδέρνουν στο κεφάλι μου ώρα αρκετή ώσπου να ξεκινά να πέφτει ο ήλιος.

-Θα περπατήσουμε λίγο ακόμα Ελπίδα, και θα κατασκηνώσουμε κάπου κοντά στο δρόμο.
-Εντάξει.

 Κάτι παράξενο, το έδαφος αποκτά κλίση! Ελαφριά μα..

-Πρόσεξε Ελπίδα. Είναι λίγο παράξενο το έδαφος εδώ.
-...

Και σίγουρα στην έρημο τη νύχτα κυριαρχεί το κρύο. Αλλά αυτό το κρύο τώρα είναι .. ηλεκτρισμένο! Με διαπερνά και με παγώνει εσωτερικά λίγο λίγο αργά-αργά.

-Εδώ δε θα έπρεπε να υπάρχει Τόπος. Ποιός Τόπος είναι στο δρόμο μας που αχνοφαίνεται?
-Τόπος? Κι όμως, έτσι φαίνεται. Στον χάρτη μου δεν υπάρχει κάποιος Τόπος σημειωμένος εδώ.

Ακολουθώντας το μονοπάτι αντικρίζουμε τείχη, μία ανοιχτή πύλη και κανέναν να τη φρουρεί. Ο χάρτης δεν έχει κανέναν Τόπο εδώ, ούτε εγώ θυμάμαι κάτι τέτοιο ούτε η Ελπίδα γνωρίζει για κάποιον Τόπο ενδιάμεσα στον Τόπο της Φιλανθρωπίας και τον Τόπο της Δικαιοσύνης.

-Είναι στο δρόμο μας, περνάμε μέσα απ'τον Τόπο ή πάμε περιμετρικά?
-Αφού είναι στο δρόμο μας πάμε μέσα. Η πύλη ανοιχτή είναι.
-Πάμε να δούμε λοιπόν τι είναι πίσω απ'την πύλη.


Ο Τόπος της Αμφισβήτησης

 Περνώντας την ανοιχτή πύλη έχουμε μπροστά μας έναν Τόπο! Είναι νύχτα πλέον και το κρύο κρατάει τους κατοίκους μες στα σπίτια τους. Υπάρχουν φώτα στα σπίτια.

-Εδώ να βρούμε καταφύγιο.
-Δε διαφωνώ Ελπίδα, ας το βρούμε για αρχή λοιπόν.

 Αλλά δεν είναι κανένας έξω να ρωτήσουμε, οπότε τριγυρνάμε τον τόπο. Γυρνώντας ξανά και ξανά γύρω γύρω βρίσκουμε ένα ερειπωμένο σπίτι. Φαίνεται άδειο και εκεί θα'ναι το καταφύγιο μας για το κρύο της νύχτας. Σπρώχνω ότι έχει απομείνει από μία πόρτα και μπαίνουμε στο σκοτεινό ερειπωμένο χώρο του σπιτιού. Ό,τι φως υπάρχει είναι απ'έξω.

-Ποιοί είστε εσείς και τι θέλετε εδώ?

Μιά φωνή απ'το πουθενά κυριολεκτικά. Δε φαίνεται κανείς μες στο σκοτάδι.

-Είμαστε ταξιδιώτες, ψάχνουμε ένα καταφύγιο για τη νύχτα, γι'αυτό και είμαστε εδώ. Εμένα με λένε Ελπίδα, απο'δω ο Περπατητής Άνεμος. Εσένα πως σε λένε?
-Το αμφισβητώ αυτό! Μία ελπίδα που σταματά κι έναν άνεμο που ψάχνει καταφύγιο! Κι αμφισβητώ κι άλλα! Μα όχι και τη νύστα μου όσο εσάς! Πιάστε μιά γωνιά και κάντε ησυχία! Αν μείνετε εδώ αυτό δε χωράει αμφισβήτηση. Καληνύχτα.

 Πιάνουμε από μία γωνία και κοιμόμαστε. Στέγη, λιγότερο κρύο κι επιτέλους ένας άνθρωπος, έστω και παράξενος, απ'τον μυστήριο αυτό τόπο! Η κούραση με κερδίζει.

Ξημερώνει και μπαίνει φως από από παντού σχεδόν. Η Ελπίδα είναι ήδη ξύπνια. Ο άγνωστος φίλος μας στη πλέον όχι σκιερή γωνία ξυπνάει και φαίνεται το πρόσωπο του. Παραπονιάρικο, αγουροξυπνημένο έτοιμος να εξαπολύσει τις ερωτήσεις του. Άραγε θα μας απαντήσει καμία?

-Καλημέρα!
-Που την είδες? Ή για χθες μιλάς? Ποιά είσαι είπαμε πάλι?
-Εγώ είμαι η Ελπίδα κι αυτός είναι ο Περπατητής Άνεμος.
-Το αμφισβητώ αυτό! Η ελπίδα δε κοιμάται κι ο άνεμος δε ξεκουράζεται. Από που ήρθατε?
-Καλή μέρα κι από μένα φίλε μου, μπορείς να μας πεις το όνομα σου και που είμαστε? Είμαστε ταξιδιώτες, χαμένοι.
-Ταξιδιώτες? Τέτοια εποχή? Μα τι αστείο δίδυμο! Παράξενα ονόματα, παράξενα λόγια. Κι ακόμα πιό παράξενες ερωτήσεις! Όλα για αμφισβήτηση! Όλα όσα κι άλλα τόσα! Είστε στον Τόπο της Αμφισβήτησης, που σημαίνει ακόμα κι αυτό αμφισβητείται. Εγώ είμαι κάτοικος αυτού του τόπου και το όνομα μου είναι πέραν αμφισβήτησης!
-Χάρηκα, σ'ευχαριστούμε πολύ!

Η Ελπίδα δε περιμένει άλλο και βγαίνει έξω, όπου και την ακολουθώ. Έχει τσουχτερό κρύο ακόμα αλλά και ήλιο. Ο κόσμος είναι έξω στην καθημερινότητα του, μερικοί μας παρατηρούν και τους βλέπω πως μας συζητάνε.

-Περπατητή περπάτα να φύγουμε.
-Γιατί τόσο βιαστική?
-Επειδή δεν είμαστε εκεί που θα έπρεπε να είμαστε. Φτάσαμε νύχτα κι είχε κρύο αλλά εδώ είναι χειμώνας!
-Σαφώς αυτό με τον καιρό κι εμένα με παραξενεύει. Πιό πολύ όμως με ανησυχεί το όνομα. Είπε Τόπος. Και όχι απ'αυτούς που γνωρίζουμε. Ο Τόπος της Αμφισβήτησης. Γιατί τώρα λοιπόν και γιατί εμείς? Δεν ήρθε άλλος εδώ δηλαδή, ή μήπως δεν επέστρεψε? Γιατί αλλιώς κάτι θα'χε ακουστεί, έτσι πλάθονται οι μύθοι. Από αλήθειες που δε χωράνε ακόμα στα κεφάλια των ανθρώπων.
-Δεν είχαμε σκοπό να έρθουμε ή να μείνουμε εδώ, γι'αυτό λέω να φύγουμε. Αφού μπορέσαμε και μπήκαμε θα μπορούμε να φύγουμε. Είναι ακόμα νωρίς και ήλιο έχει. Να βρούμε την πύλη και να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.
-Καλώς. Ας πάμε να βρούμε την πύλη να φύγουμε.

 Γυρνάμε πάλι γύρω γύρω την πόλη να βρούμε την πύλη. Η Ελπίδα βιάζεται και δε φαίνεται να θέλει να ρωτήσει κάποιον κάτοικο για βοήθεια. Δεν είναι και μεγάλος τόπος βέβαια. Ακόμα σκέφτομαι όμως γιατί εμείς και γιατί τώρα. Επισκέπτομαι τον τελευταίο Τόπο. Λίγο πριν το συμπέρασμα μου, τυχαία, ερχόμαστε σε έναν μη υπαρκτό Τόπο, με δικό του κλίμα κι ο Τόπος ονομάζεται της Αμφισβήτησης. Αναρωτιέμαι αν έχει να κάνει με το ταξίδι μου, τον τελικό μου προορισμό και την απόφαση μου για μετά.

-Έλα, φτάσαμε!
-...

 Η Ελπίδα χαίρεται. Η πύλη αφύλαχτη κι ανοιχτή την περνάμε όπως χθες. Ακολουθούμε το μονοπάτι και βγαίνουμε στο σημείο που το έδαφος αποκτά ή μάλλον σταματά να έχει κλίση. Από'κει συνεχίζουμε κανονικά το δρόμο μας. Άλλη μιά μέρα δρόμος, μιά νύχτα να ξαποστάσουμε και μισή μέρα ταξίδι ύστερα. Το βράδυ μας βρίσκει κατακουρασμένους καθώς μεσολάβησε το απότομο κρύο του Τόπου της Αμφισβήτησης, η ζέστη της ερήμου και τώρα πάλι το κρύο της νύχτας της ερήμου.


Ο Τόπος της Τιμιότητας

 Απομένει μισή μέρα δρόμος. Ο Τόπος αυτός, επίσης, σαν τον Τόπο της Ταπεινότητας, δημιουργήθηκε. Δεν υπήρχε προηγουμένως.

-Ελπίδα τι γνωρίζεις για τον Τόπο της Τιμιότητας?
-Σύντομα θα ξεπροβάλει μπροστά μας ένα ψηλό βουνό σαν πύργος. Γύρω του είναι οι φυτείες βαμβακιού. Όταν φθάσουμε πάρε ένα κομμάτι μαζί σου. Λόγω του υψομέτρου το έδαφος εφάπτεται με τα σύννεφα κι η παραγωγή βαμβακιού όσο ανεβαίνεις την κορυφή του βουνού γίνεται ένα με τα σύννεφα αυτά. Το βαμβάκι που παράγεται δεν έχει βάρος, μα αιωρείται κι αντέχει πολύ βάρος. Ο Τόπος της Τιμιότητας είναι χτισμένος σε αυτό το βαμβάκι και τα σύννεφα. Στρατηγικά τοποθετημένος για να επιβλέπουν από ψηλά τη μελλοντική διαμόρφωση. Ύστερα από ένα μικρό διάστημα σταμάτησαν να δέχονται μετανάστες. Εγώ δεν ακολούθησα τη μητέρα μου. Στον Τόπο της Φιλανθρωπίας μένω, ο γέροντας όμως δε το γνωρίζει αυτό.
-Το βουνό που ανέφερες, να το.
-Ναι. Θα το ανέβουμε μέχρι να σκεπαστούν τα πόδια μας στα σύννεφα. Με το που γίνει αυτό ακολουθούμε το μονοπάτι και φτάνουμε στον Τόπο της Τιμιότητας.

 Πολύ παράξενο, εώς τρελό ή και φανταστικό για άλλους, μα σίγουρα είμαι περίεργος να δω τι θα συναντήσω στο δρόμο μου. Ο Οποίος δεν είναι και μεγάλος. Το βουνό φαντάζει μεγάλο από μακριά καθώς ούτε δέντρα υπάρχουν κοντά του, ούτε άλλα βουνά. Το μονοπάτι του μεγάλο μα άνετο για περπάτημα. Η Ελπίδα είναι εξοικειωμένη με το δρόμο. Πλησιάζουμε τα σύννεφα, δεν έχουμε ανέβει πολύ, θαρρεί κανείς πως τα σύννεφα εδώ είναι πιό χαμηλά απ'ότι αλλού. Όσο ανεβαίνουμε με παραξενεύει όλο και περισσότερο πως τα σύννεφα που χαζεύω όταν ξαπλώνω έξω θα'ναι σε λίγο η επιφάνεια πάνω στην οποία ίσως βαρεθώ και ξαπλώσω και χαζεύω τα άλλα σύννεφα ενώ είμαι στα σύννεφα. Ας μη πέσω ξαφνικά μονάχα! Περπατάμε πάνω σε σύννεφα. Είναι μαλακά μα σταθερό πάτημα. Αισθάνομαι σαν παιδί που από τη χαρά της ανακάλυψης μπορεί να το φανταστεί ακόμα καλύτερο κατ'εκείνο. Σχεδόν χοροπηδάω στο βήμα μου. Μα στην προσγείωση βλέπω τη θέα που βλέπουν οι κάτοικοι του Τόπου της Τιμιότητας. Φαίνονται όλοι οι Τόποι. Στους τόπους της Εγκράτειας και της Φιλανθρωπίας φαίνονται κι οι άνθρωποι. Σαν μυρμήγκια.

-Να αρχίζει να αχνοφαίνεται ο πύργος. Σε λίγο θα βλέπουμε και τα τείχη, άλλο τόσο κι είμαστε στην πύλη.

Κάτι δε μου άρεσε στη θέα των ανθρώπων. Όχι στους ανθρώπους, μόνο. Η γεύση μου ανακατεύει το στομάχι. Ααχ, αν ξαπλώσω τώρα εδώ θα κοιμηθώ, θα πέσει ο ήλιος, εκτός Τόπου και χωρίς καταφύγιο. Ωραία θα'ταν βέβαια να ξαπλώσω, ανέμελος και γιατί όχι και να κοιμηθώ. Στο γύρνα ίσως. Αν θα έχω όρεξη μετά από μία συγκεκριμένη συνάντηση. Η πύλη της πόλης και 2 φρουροί είναι μπροστά μας.

-Καλησπέρα σας. Παρακαλώ αιτιολογήστε το λόγο της έλευσης σας στον Τόπο της Τιμιότητας.
-Καλησπέρα και σε εσάς! Είμαι η Ελπίδα, έχω έρθει να επισκεφθώ τη μητέρα μου για 2 μέρες κι από'δω...
-Καλησπέρα. Είμαι ο Περπατητής Άνεμος και είμαι ταξιδιώτης, έχω έρθει να γνωρίσω αυτόν τον Τόπο, τους ανθρώπους του και να συναντήσω τον πατέρα μου.
-Το όνομα σου μας είναι γνωστό κι η έλευση σου ήταν πρόβλεψη του πατέρα σου. Εκείνος μας ενημέρωσε. Η Ελπίδα μας είναι γνωστή λόγω συχνών επισκέψεων. Εσύ λόγω του πατέρα σου, μας είπε να θυμόμαστε πότε θα έρθεις. Ο Περπατητής Άνεμος! Ακολούθησε με, θα πάμε κατευθείαν στον πατέρα σου.
-Λίγο βιαστικά, μα δε θα πω όχι, στην οικογένεια που έχω να ανταμώσω πάνω από ένα χρόνο. Ελπίδα χάρηκα για τη γνωριμία και το ταξίδι. Ήταν μία ευχαρίστηση!
-Το ίδιο Περπατητή Άνεμε. Κοίτα! Η μητέρα μου μένει εδώ, δεν έχει και πολλά βλέπεις, σε αυτό το σπίτι. Πριν φύγεις έλα να φας μαζί μας!
-... Εντάξει.
-Από εδώ παρακαλώ. Εδώ παρακάτω θα έρθει ένας συνοδός να πάτε μαζί στον Πύργο.

Κι έτσι και γίνεται. Ο συνοδός μου έρχεται, μου θυμίζει τον συνοδό στον Τόπο της Φιλανθρωπίας. Κι οι 2 με μεταξωτούς μανδύες, ευγενείς, ο ένας της Φιλανθρωπίας κι ο άλλος της Τιμιότητας. Πόσο να διαφέρουν άραγε? Η άσχημη γεύση γίνεται όλο και πιό σαφής. Δεν είναι ανάγκη να φας άνθρωπο για να αρχίσεις να υποπτεύεσαι τις διαστροφές του. Κι όσο πλησιάζω ξεκαθαρίζουν, εικόνα και γεύση του Τόπου. Από δρόμο σε δρόμο προς το παλάτι τα σπίτια είναι μεγαλύτερα, ενώ προς την Πύλη ήταν μικρά κι σε όχι τόσο καλή κατάσταση συντήρησης.

-Οι γειτονιές, Περπατητή Άνεμε, σχεδιάστηκαν, ανάλογα με το τι έχει να προσφέρει ο καθένας. Χτίστηκαν απ'όσους μόνο αυτό μπορούσαν να προσφέρουν. Όλα τα σπίτια, όλα τα κτίρια. Οι δεσμευμένες γυναίκες με παιδιά, εργάζονται σε σχολεία, όσες δεν έχουν παιδιά στο νοσοκομείο. Οι αδέσμευτες με παιδιά εργάζονται ως καθαρίστριες οικιών κι όσες δεν έχουν, διαφόρων ειδών υπηρεσίες στους ευγενείς. Οι άνδρες που μπορούν να κάνουν εργασίες κάνουν εργασίες, μαγειρία, μάζεμα υλικών για τροφή, ένδυση και χτίσιμο για παράδειγμα.
-Μάλιστα. Κι εσύ είσαι ένας ευγενής, υποθέτω η εργασία σου είναι αυτή ακριβώς. Αλλά ποιός έκρινε το ποιός είναι ικανός να προσφέρει τι?
-Όλα στην ώρα τους. Προς το παρόν, πάμε στον πατέρα σου.  Ύστερα τα υπόλοιπα.
-...
-Σε λίγο φτάνουμε στον Πύργο.

 Σαν μία ιστορία που καλυτερεύει όσο τη διαβάζεις. Μα η μάσκα μου'ναι γνώριμη, μιά πρόσοψη, κι η μυρωδιά, η σαπίλα αυτή δε κρύβεται ούτε κάτω απ'τα πιό ακριβά αρώματα. Έχουμε φτάσει έξω απ'τον πύργο.


Ο Πύργος του Καθοριστή των Τόπων/ Ο Καθοριστής του Τόπου της Τιμιότητας

Περνώντας την πύλη ο πύργος είναι τεράστιος και λίγα βήματα απ'όταν μπήκαμε ο ευγενής σταμάτησε.

-Από'δω και πέρα δε με χρειάζεσαι. Συνέχισε μέχρι ν'ανέβεις εκείνες τις σκάλες. Έχει μία πολυθρόνα. Κάθισε εκεί και περίμενε.
-Καλώς. Ο πατέρας μου?
-Περίμενε τον εκεί. Πήγαινε.

 Περιμένω λοιπόν. Δε θα κάτσω, δεν είμαι κουρασμένος. Που είναι ο πατέρας μου και γιατί δεν αντιλαμβάνομαι κανέναν άλλο γύρω μου στον πύργο? Και τι σκοπό να'χει αυτός ο έρημος πύργος. Δεν είναι σκονισμένα τριγύρω. Κάπου εδώ σκέφτομαι και τον Τόπο της Αμφισβήτησης. ... Η ώρα περνάει, ο πατέρας μου δεν είναι πουθενά. Κάθομαι. Δε περνάει ένα λεπτό κι έρχεται μία νεαρή.

-Πεινάς Περπατητή Άνεμε?
-Καλησπέρα. Ναι, πεινάω.
-Περίμενε λίγο σε παρακαλώ.

Η νεαρή επιστρέφει με ένα μικρό τραπέζι και ξαναφεύγει. Επιστρέφει πάλι με ένα μεγάλο πιάτο φαγητό, σκεπασμένο, αχνίζει.

-Σ'ευχαριστώ πολύ.
-Να'σαι καλά Περπατητή Άνεμε.

Με το που ολοκληρώσω το γεύμα μου η νεαρή με ρωτά

-Να σου φέρω να πιείς Περπατητή Άνεμε?
-Πολύ ευγενικό από μέρους σου. Ναι, ευχαριστώ!

 Έκατσα, έφαγα κι ήπια. Κοιτάζοντας το χώρο βλέπω ένα άνοιγμα. Από το οποίο φαίνονται όλοι οι Τόποι!

-Καλώς όρισες υιέ μου.
-Πατέρα! Επιτέλους εμφανίστηκες. Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω. Μπορείς να ξεκινήσεις να μου λες.
-Υιέ μου. Είδες πως είναι να'σαι Καθοριστής. Κάθομαι εδώ και σχεδιάζω τον κόσμο καθώς μπαίνει σε εφαρμογή πρώτα εδώ.
-Το γλέντι δηλαδή ήταν για να κατανοήσω τη δύσκολη θέση κι εργασία σου, συνεισφορά στον Τόπο. Αν κι εσύ επεκτάθηκες σε όλο τον τόπο!
-Γνωρίζω όσα έχει να προσφέρει αυτός ο τόπος. Γνωρίζω πως να τον καλυτερέψω. Αργά αργά ακόμα, μα έστω. Γνωρίζω όσα μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος για αυτόν τον τόπο. Πολλές φορές ακόμα καλύτερα κι από τους ίδιους! Κάθομαι εδώ αποκομμένος από τον κόσμο παρατηρώντας τον να προχωράει κατ'υπόδειξη μου.
-Σ'αυτή την καρέκλα όλα αυτά? Αυτός είναι ο θρόνος σου?
-Έχω όσα θέλω, μιά καρέκλα θα με νοιάξει? Ζητάω κάτι και μου το φέρνουν. Ζητάω κάτι και το κάνουν. Ζητάω κάτι και το φτιάχνουν ή το επισκευάζουν. Ο θρόνος μου λείπει θαρρείς υιέ μου? Ένας υιός να συνεχίσει το όραμα μου μου λείπει.
-Κάτσε και κρατήσου σταθερά απ'την καρέκλα πατέρα. Το όραμα σου είναι ο εφιάλτης μου κι ίσως όχι μοναχά δικός μου! Για την κρύα ζωή στα ψηλά, μακριά απ'τη θέρμη των ανθρώπων, για όσα λες πως θες και έχεις, θυσίασες τόσα. Κέρδισες θαρρείς μα χρειαζόσουν όχι μόνο τούτη τη νίκη, μα και τη μάχη για αρχή Πατέρα? Χαμένοι βγήκαν όλοι. Άνθρωπος πιό ψηλά απ'τους άλλους και μακριά, μόνο ο ερημίτης. Πλησιάζουμε τον ήλιο μόνο σαν επιστρέψουμε στη γη, γίνουμε σκόνη και μας πάει το αεράκι. Σ'αυτόν τον Πύργο της Τιμιότητας κλείστηκες εσύ κι οι επιθυμίες σου, αφήνοντας απ'έξω τη ζωή, τους ανθρώπους, τις ανάγκες σου, τη μητέρα. Τάχα μου βαθύτατα σκεπτόμενος σαν σοφός ερημίτης. Μακριά απ'τους άλλους ανθρώπους, γιά όλους τους ανθρώπους. Κι ό,τι έπλασες? Το γεύτηκες Πατέρα ή το βλέπεις κι αυτό από μακριά? Έναν κόσμο τον ζεις δε τον βλέπεις! Κι εγώ δε θέλω να ζω και να βλέπω άλλο τούτο τον κόσμο. Αντίο Πατέρα, κράτα σφιχτά ό,τι έχεις γιατί κάποια στιγμή θα αναγκαστείς να το αφήσεις, όπως όλα.
-...

 Έξω απ'τον Πύργο ρωτάω τους φρουρούς που μπορώ να βρω λίγες προμήθειες και ξεκινάω για πίσω.


Τελευταίο ταξίδι

 Περνάω από το σπίτι που μου έδειξε η Ελπίδα, μα δε κάθομαι. Την ενημερώνω για το που θα πάω και μου λέει θα ακολουθήσει μέχρι ένα σημείο. Ίσως συναντηθούμε ξανά αργότερα. Στο δρόμο της εξηγώ που θα πάω μόλις περάσω μιά βόλτα απ'τον Τόπο της Επιείκειας. Με περιμένει μία Μικρή Φλόγα εκεί. Από'κει στον Τόπο της Φιλανθρωπίας κι από'κει...

 Διέσχισα πάλι την 1η Μεγάλη Έρημο, ευτυχώς χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα. Στον Τόπο της Επιείκειας όμως δεν είμαι ευπρόσδεκτος, άρα, είμαι σβέλτος. Συνταξιδεύοντας ο χρόνος περνά πιό γοργά, τόσο που ο Τόπος της Αμφισβήτησης και τα λιγοστά περιθώρια αμφιβολίας φάνηκαν σαν αστείο.

 Στον Τόπο της Φιλανθρωπίας ήρθαμε για να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας. Δεν είμαστε οι μόνοι όμως. Ο φρουρός απ'τον Τόπο της Σύνεσης, οι 12, Η ελπίδα, το Μικρό Δέντρο. Είναι εδώ. Τους συγκέντρωσα όλους και τους ρώτησα που κατευθύνονται. Ο προορισμός είναι σχεδόν άγνωστος μα ξεκάθαρο πως θα αποχαιρετήσουμε τους Τόπους αυτούς.

 Ξεκίνησα ένα ταξίδι για να διώξω τα σύννεφα απ'τον ουρανό μου.
Και τώρα με αυτόν τον ήλιο οδηγό κατευθύνω τη ζωή μου.
Γύρισα όσα μου είπαν πως υπάρχουν μα δε σιγουρεύτηκα.
Δε το πίστευα, σε αυτή την απάντηση που δίναν δεν αρκέστηκα.
Αμφισβήτησα και λίγο πριν επαληθευτώ αμφισβητήθηκα.
Από τον ίδιο μου τον εαυτό. Κι επαληθεύτηκα.
Από τους ανθρώπους γύρω μου. Τότε. Και τώρα.


Τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου